Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απαξίωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απαξίωση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Κουταμάρες*


Εδώ και αρκετό καιρό ακούγεται ότι η Ελλάδα αποτελεί ένα "πείραμα" των ισχυρών, μια προσπάθεια να δουν πώς θα αντιδράσουν οι επόμενοι λαοί. Διαδίδεται ευρέως ότι το πείραμα απέτυχε, ότι το παραδέχονται ακόμη και οι εκπρόσωποι των ισχυρών, το ενστερνίζονται οι πάντες, α λ λ ά  η δική μας Κυβέρνηση κωφεύει και εμμένει σε καταστροφικές πολιτικές, επειδή ....

Επειδή τι;

Επειδή αυτό της υπαγορεύουν αυτοί που παραδέχθηκαν το σφάλμα τους; 

Επειδή η μεταρρύθμιση έπρεπε να γίνει, ούτως ή άλλως;

Επειδή η γάτα έχει ένα αυτί;


Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι πείραμα δεν υφίσταται, εφαρμογή έχουμε του μοντέλου του αμερικανικού κραχ του 2007, απλώς σε μας και τους άλλους, εξίσου άτυχους με μας, γίνεται εντός της σπουδαίας Ευρωπαϊκής Ένωσης και φαντάζει παράδοξο, με το ευρώ να πιάνει (έως και) το ενάμισυ δολλάριο.

Όσοι εμμένουν να "πιάνουν" την καλή είδηση ανάμεσα στις τόσες κακές, εθελοτυφλούν.

Όσοι εμμένουν να σκέπτονται ακόμη την επανάσταση που δε θα έρθει, μπαίνουν στο καλούπι που χρειάζεται η Κυβέρνηση, για να συνεχίσει.

Όσοι μιλούν για "ατιμωρησία", ας σκεφτούν ότι ο νόμος που θα τιμωρήσει τους κακούς, φτιάχτηκε από τους ίδιους, οπότε ακούγεται (έως και) ηλίθιο να μιλάει κάποιος αντιπολιτευόμενος για "παρανομίες".

Οι Έλληνες μετανάστες στο εξωτερικό τα κουτσοκαταφέρνουν. 
Λίγα έχουν να πουν για τη ζωή τους εκεί, αφού βλέπουν τη δική μας κατάντια εδώ, κατά τις ολιγοήμερες επισκέψεις τους στη χώρα των διαλυμένων. 
Υποστηρίζουν όμως κάτι, και τούτο δεν είναι κουβέντες από γκασταρμπάιτερ:

Οι Ευρωπαίοι πολίτες δεν περνάνε καλύτερα από εμάς.

"Εκείνοι είναι συνηθισμένοι" θα πει κάποιος.
Όχι, κανείς δεν είναι "συνηθισμένος" στην κακοπέραση.
Είναι συνηθισμένος στο να ζει πειθαρχημένα  - έστω και άσχημα.

Εδώ το μεγάλο στοίχημα δεν ήταν πώς θα πάρουν πίσω οι δανειστές τα λεφτά τους και άλλες τέτοιες εύσχημες δικαιολογίες, επειδή "τα λεφτά τους" πανωτόκια και μίζες ήταν και είναι (αυτό ταιριάζει λίγο στην έννοια "παράνομο χρέος", υπό το κράτος της λογικής ότι δεν υπήρχε προηγούμενη ρύθμιση για το τι θα συνέβαινε εάν στράβωνε τόσο το αμερικανικό οικονομικό σύστημα.

Εδώ το μεγάλο στοίχημα ήταν και παραμένει πώς θα πετύχει κάποιος, διατηρώντας τρυφηλές απολαύσεις και μαύρη παραοικονομία, να διαμορφώσει έτσι τις κοινωνικές παραμέτρους, ώστε καθένας να κοιτάζει σιωπηλά την πάρτη του, να αφήνει τους ανερχόμενους τυραννίσκους να ποδηγετούν τη βούληση των πολλών, ώστε κάθε οιονεί δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης να φαντάζει διεφθαρμένο, παρωχημένο, ξεπερασμένο, ανεδαφικό, κουραστικό εν τέλει, και άχρηστο.

Κάτι σαν κι εκείνο που είπε ο κύριος Πρόεδρος της Ψωροκώσταινας, σε ελεύθερη μετάφραση:
"Δε φεύγω, θα υπογράφω, κανονίστε να μη μου πάρουν την καρέκλα και μη με σκοτίζετε και πολύ".

Γιατί να ειπωθεί έτσι, και αυτό και το προηγούμενο που είπε, γιατί να υπάρχει τόση παραφιλολογία, η οποία μόνον ήρωα δεν κάνει έναν Πρόεδρο, ειδικά τώρα στα τελειώματα;

Ναι, αλλά τι είναι καλύτερο;

Ας δούμε το σενάριο:
Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι κατευθυνόμαστε προς μια μορφή μοναρχίας, η οποία θα γίνει ολοένα και πιο αρεστή στους πολλούς, αφού οι πολιτικοί "είναι τομάρια και πουλημένοι", αφού οι διάφορες θεωρίες των δύο άκρων πρεσβεύουν, υποδεικνύουν και καταδεικνύουν ακριβώς ότι:
Κατ' αρχήν  υ π ά ρ χ ο υ ν  δύο άκρα, ενώ 
Κατά δεύτερον είναι ζήτημα γούστου αν θέλεις να ανήκεις στο δεξιό ή στο αριστερό.

Ναι, αλλά αυτά είναι επικίνδυνα πράγματα και φοβίζουν τον κοσμάκη!

Ο κοσμάκης σκέφτεται πώς θα περάσει η ζωούλα, όχι κόντρες και επαναστάσεις, ούτε ξύλο στους δρόμους θέλει, ούτε φονικά.

Η πεφωτισμένη εξουσία υπερβαίνει αυτά τα τετριμμένα και εκφοβιστικά φαινόμενα.
Ούτε κομμουνιστές, ούτε φασίστες.
Βασιλικοί και αυλικοί.

Αυλικός συνεπάγεται πειθαρχία και χαρά.
Σημαίνει χωσία, Σουλεϊμάν και Χουριέμ, δολοπλοκία και ανέλιξη, πάντοτε υπό τη σκέπη του ισχυρού.
Σημαίνει ότι επιτέλους, θα μπορούμε να ξαναζήσουμε στιγμές χλιδής και κολακείας.
Σημαίνει τέλος στην υπερφωταγώγηση των ρόλων των τραπεζιτών, αφού εκείνοι ανέκαθεν αρέσκοντο σε σκοτεινές κινήσεις.

Σημαίνει το μέλλον που ευαγγελίζονται και προωθούν όλες οι ΜΚΟ και οι ΠΟΘΟ (Πρέσβεις Όποιας Θέλησης Ορέγεσαι).
Αλήθεια, είναι δυνατόν να μη θέλει κάθε "Τέως" να μην ξανακερδίσει το θώκο;
Είναι δυνατόν να έχει ξεχάσει τις μέρες της Δόξας;
Είναι δυνατόν να έχει φίλους τραπεζίτες, παπάδες, βιομηχάνους και να θέλει να αφήσει την Τύχη που του χτυπάει την πόρτα;
Είναι δυνατόν να μην ξέρει κάποιος από ποιου το χωριό είναι ο κύριος Τόμσεν;

Χούντα, Δημοκρατία ή Βασιλιά;
Κάποτε είπες όχι.
Σήμερα το λες;

Μήπως εκεί βρίσκεται ο σκοπός των σημερινών τυράννων σου;
Θα το μάθουμε εμείς ή τα παιδιά μας, μετά τα τρίχρονά μας;

Αλλά αυτά είναι κουταμάρες.

*του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2014

Σύριζα, σφύριζα, σύριγγα, σφυρίδα *



Διαβάζω άρθρα πολεμίων.
Ωραία φάση, γελάω πολύ.

Δεν ήξερα ότι ο Σύριζα λέγεται και "σφύριζα", προφανώς κλέφτικα, λέω εγώ με το μυαλό μου.
Λέγεται και "σύριγγα", προφανώς από τα πρεζόνια που θεωρείται ότι τον απαρτίζουν.
Πάλι από το μυαλό μου το βγάζω ετούτο.

Οι κυρίες της καλής κοινωνίας του 2008 κ.π.τ.π. (και προς τα πίσω) μετά βδελυγμίας απορρίπτουν τις αριστερίζουσες απόψεις.
Τέρμα τα μούτσι, άμα βγουν τα ταγάρια.

Οι κύριοι των δομικών επαγγελμάτων, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, εργολάβοι, χτίστες, της οικοδομής εν γένει τα παιδιά, καθόλου δεν τραβιούνται με τις σφυριζαίικες και συριγγαίικες ιδέες. 

Οι καθώς πρέπει της κοινότητας των Ιουλίων, των Αυγούστων και των Σεπτεμβρίων αφοσιώνονται στις διδαχές και νουθεσίες της λατρεμένης των μητρός, καθώς και στις αρχαιοελληνικής προδήλως προελεύσεως παραδοχές περί την αξία του αμύνεσθαι εκ του συστάδην. 

Είναι και κάτι κεριά με κάτι λιβάνια που διατηρούν το δικαίωμα του ξυγγράφειν, ενώ γόνοι υπουργών της αλήστου μνήμης εθνοσωτηρίου εξανίστανται.

Χάθηκε και το αερόπλανο .... 

Γελάω και κλαίω πολύ. 
Πονάει κι η κοιλιά μου.

Τι να 'μαι, άραγες;

Μην να 'μαι συριγγαίος;
Μην να 'μαι σφυρίχτρας;
Μην να 'μαι σφυρίδα;

Καλύτερα να το θέσω, ίσως:

Τι να μην είμαι; 

Μην να μην είμαι κορόιδο;

Μήπως έφαγα τόσο δούλεμα, που φτάνει πια;

Πετυχαίνω μια παρεούλα καλή χθες το μεσημέρι. Απ' όλα μέσα, όλα πράσινα, από το λαχανί ως το πενικιλλινέ.
"Τι μαθαίνω, θα είσαι υποψήφιος;", μου λέει ο προσφιλής, όσο και still κρυφο-ΠΑΣΟΚος.
"Σου είπα εγώ τέτοιο πράγμα, ρε;" αντιρωτώ.
"Όχι εσύ, αλλά το άκουσα! Λοιπόν, θα είσαι;"
"Δε με θέλει κανείς εμένα για υποψήφιο, για κανέναν δεν είμαι καλός, κανένας δεν με εμπιστεύεται, αφού, αν βγω, θα κλάψουν μανούλες γαλαζοπράσινες", ανταπαντώ.
"Ε, τότε, αφού δεν είσαι υποψήφιος, δεν κοιτάς τι μπορείς να κάνεις για μένα;" ρωτάει.
"Και με ποιον κατεβαίνεις εσύ, παλικάρι;" αντιρωτώ, αν και ξέρω την απάντηση.

"Με τον λιγότερο κακό", μου απαντά.

Ειλικρινής;
Μπορεί.

Κουτός;
Σε καμία περίπτωση!

Θα μπορούσε να μου δώσει άλλη απάντηση;
Να πει, επί παραδείγματι, "με τον καλύτερο!!";
Μπα...
Είπαμε, κουτός δεν είναι.

Επειδή όμως εγώ σιωπώ και η σιωπή είναι ενοχλητικό πράγμα, υποχρεώνεται να συνεχίσει:
"Αυτή είναι η κοινωνία μας, αυτή είναι η δυναμική της, αυτές οι δυνατότητές της, αυτός ο τρόπος σκέψης της, τι άλλο μπορεί να γίνει;"

Αυτό το φαινομενικά ηττοπαθές που ακούω, φαινομενικά εφαλτήριο έχει τον ομιλώντα - και υποψήφιο παρά τω μη χείρονι.

Αυτή η ηττοπάθεια και η αποδοχή της ήττας, ώστε να προχωρήσουμε μέσα στα συντρίμμια, έχει δήθεν εμφιλοχωρήσει στο συνομιλητή μου και τον κάνει να εκφράζεται και να φαίνεται τόσο λίγος, σε πετά σημεία:
"α. Την πατήσαμε όλοι.
β. Τώρα ας κάτσουμε να το πιούμε με το ζουμί μας. 
γ. Εγώ πράττω μόνον το αναγκαίο, δε φταίω, με ξέρεις, σε τίποτε από όσα δεινά έχουν ενσκήψει. 
δ) Ναι, υπήρξα ΠΑΣΟΚος, αλλά απλός ψηφοφόρος, δεν πήρα αποφάσεις, δε συμμετείχα στην καταστροφή.
ε) Τώρα το ΠΑΣΟΚ τέλειωσε, δεν είμαι πια ΠΑΣΟΚος, αλλά στηρίζω, επιλέγω να εκτεθώ, είμαι υποψήφιος με έναν άλλο, επίσης πρώην ΠΑΣΟΚο. 
στ') Αυτόν ξέρω, αυτή είναι η κοινωνία μας. 
ζ) Αυτός είμαι."

Αλλά δεν μου λέει:
"Θέλω να συνεχίσω να σε διοικώ". 

Αυτό το κρύβει επιμελώς, κάτω από τη φαινομενική μετριοπάθεια, την αποπομπή του κακού ΠΑΣΟΚ, κάτω από τη γενικότερη κατάπτωση των θεσμών και το πραγματικό της καταπτοημένης κοινωνίας.  

Μου πλασάρεται ως η μία διέξοδος.  

Και, ναι, έχουμε υπάρξει καλοί γνωστοί, κακό δε μου 'χει κάνει σε προσωπικό επίπεδο, αλλά, να μωρέ, δε γουστάρω.

Δε γουστάρω να με διοικήσει αυτός, επειδή αυτός δε θα με διοικήσει, τα λαμόγια που κρύβονται επιμελώς στα χαμομήλια τάχαμ' πάλι θα με διοικήσουν.

Αυτός δε μπορεί να διοικήσει ούτε τον εαυτό του, ειδάλλως θα είχε διαολοστείλει τον πρώτο που θα τον πλησίαζε με μαλαγανιά.
"Γιαυτό σου λέω, εμάς μας ξέρουν. Εσύ καλό παιδί είσαι, δείγματα δεν έχεις δώσει. Μπες εσύ και θα κάνουμε κουμάντο εμείς, μαζί με το μπαμπά σου, να έχεις και καβάτζα ότι δε σε δουλεύουμε".

Σαν να ήμουν παρών στη συζήτηση, στ' αυτιά μου ηχεί.

Και πώς πείθεται ο καμένος;
Πώς το καταπίνει ο κουρελιασμένος;
Πώς δε βλέπει το προφανές ο - κατά τα λοιπά - ευφυής;

Στο χωριό μου λένε, άντρες σωστοί, 40άρηδες και 50άρηδες, με οικογένειες, γυναίκα και παιδιά:

"Ζει ο γέρος, μόνος δεν παίρνω απόφαση".
"Η μάνα δεν πέθανε ακόμη. Εκείνη διαφεντεύει την περιουσία, προίκα την έχει από τον πατέρα της, εξάλλου".

Και μένει το χωριό μου στην εποχή προ κατά και μετά τους γκασταρμπάιτερ με τα Όπελ τα Ασκόνα τα 1200άρια.

Γεμάτο ΠΑΣΟΚους και Νεοδημοκράτες.

Πολλοί από αυτούς συνεχίζουν να περνιούνται για ξύπνιοι: κάνουν τους Συριζαίους και στις κατ' ιδίαν συζητήσεις, όσο και όταν υποχρεώνονται, μολογάνε ότι χρειάζεται να χώσουν "εκεί στους σφυριζαίους" κανά δικό τους παιδί, για να γίνει η δουλειά.

Και χασκογελάνε κι αυτοί, που τα κουτσοκαταφέρνουν ακόμη να μην τους προγκήξει κανείς, "επειδή ο Αλέξης μας χρειάζεται, πώς να διοικήσει μόνος;"

Κι έρχομαι εγώ με τη σειρά μου να αναρωτηθώ:

Ποιος ρώτησε τον Αλέξη και όλους τους συριγγαίους μαζί με τους σφυριζαίους,΄όλους εμάς τα κορόιδα, τα άξια χλεύης και ειρωνίας από μερους των οπαδών του κρυφοΠΑΣΟΚισμού, ποιος διάολος τους έβαλε να σιχτιριστούμε στην τελική.

Ποιος τους είπε ότι δεν ξέρουμε ποιοι είναι.
Χθες γεννηθήκαμε;

Ποιος τους είπε ότι ενδιαφερόμαστε για τη βοήθειά τους στην εξουσία.
Κατάφεραν κάτι άξιο λόγου, ώστε να διεκδικούν συμμετοχή;

Ποιος τους είπε ότι θα ανεχόμαστε για πολύ ακόμη την κατρακύλα τους.
Αλήθεια, τους φαίνεται πολύ καλή επιλογή η συμμετοχή στα κόλπα του Σαμαρά;

Πόση ξεφτίλα να διοικεί την Ελλάδα με τόσο άκρατα νεοφιλελεύθερο τρόπο άνθρωπος που συνυπέγραψε τη διακύρυξη της 3ης Σεπτέμβρη;

Πόσο μπορεί να ξεχάσατε τον Ανδρέα σας, ρε;

Δεν έχει σημασία τι σκεπτόμαστε εμείς για το ΠΑΣΟΚ. Εσείς έχει σημασία τι σκέπτεστε.

Δεν ντρέπεστε;

... κι ας είμαι εγώ ο κακός για απόψε.

*του Θάνου Αθανασιάδη


Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

Δεν ξέρω άλλο τρόπο *





Ο παιδικός μου φίλος, εγγονός αγωνιστή λιγνιτωρύχου, σώφρων και καλός θεωρητικός της επανάστασης, με αντικρούει εν τοις πράγμασι: "Ό,τι γράφεις, δεν είναι κακό, αλλά παραβιάζεις θύρες ανοιχτές, δε λες κάτι καινούριο".

Δεν κάνει λάθος, δίκιο έχει. Δε γίνεται όμως να πρωτοτυπήσω σε μια κατάσταση, η οποία έχει επαναληφθεί ιστορικά ανά εικοσαετία - και τούτο στις καλές περιπτώσεις, κι αν η χώρα έχει αντοχές κι αντιστάσεις. Έχουν όλα γραφεί, έχουν όλα αναλυθεί κι εκτιμηθεί. Το μόνο που μένει είναι να εφαρμοστεί μία από τις προταθείσες σκέψεις. Επί δημοκρατικού πολιτικού μορφώματος υπό διάλυση, μόνη λύση διαφαίνονται οι προαναγγελθείσες εκλογές.
Το Σεπτέμβριο λοιπόν, ποιος ο λόγος ανησυχίας; Θα αλλάξουν τα πράγματα. Θα εξανδραποδιστεί το σύμπλοκο. Ναι μεν, αλλά πώς, αν δεν οδηγηθεί καθένας από τους δικαιούμενους πολίτες στην κάλπη; Πώς, αν δεν πάει καθένας από εμάς να ψηφίσει;

Οποιονδήποτε, δεν ενδιαφέρει π ο ι ο ν θα ψηφίσει, αρκεί να ασκήσει καθένας το δικαίωμα και την υποχρέωση του εκλέγειν. Διότι σε αυτήν την περίπτωση θα μεγεθυνθεί το εκλογικό σώμα, θα εκπροσωπηθεί ο απέχων, θα ανακατευτεί η τράπουλα, θα χαθούν τα τζακόπαιδα.

Οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις έκαναν την πάπια στον απέχοντα, στον αδιάφορο, κανείς δεν πλήρωσε την μη ψήφο του με ποινή χρηματική ή φυλάκισης ή με στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων. Σε περίπτωση που γινόταν κάτι τέτοιο, θα είχε αλλάξει το ποσοστό της αποχής, οπότε και πάλι θα ανακατευόταν η τράπουλα.

Ψηφίζουν εκείνοι που ενδιαφέρονται να διοικήσουν οι δικοί τους. Και οι άλλοι απέχουν, αδιαφορούν και διοικούνται ερήμην.


Ιδού ο λόγος που επιμένω κι εμμένω: διακαής μου πόθος η ψήφος του καθενός από εμάς. Για να αλλάξει η σημερινή κατάσταση. Για να ξαναμπούμε σε τροχιά ανόδου. Λέγεται νομοτελειακό. Και δεν είναι αστείο. Σας παρακαλώ, δείτε το - και συμπαθάτε με, αν επαναλαμβάνομαι.

* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Αντί *



Ο φίλος μου το είπε όσο πιο απλά μπορούσε:
«Δε μπορώ να κάνω τίποτε, το αφήνω στην τύχη του». 

Ήταν δεξιός, σήμερα δεν ξέρω τι λέει κι ο ίδιος στον εαυτό του ότι είναι. Ήταν Μητσοτακικός, ακραιφνής μάλιστα. Και βασιλικούς είχε η παρέα, και μετριοπαθείς και ΠΑ.ΣΟ.Κ.ους. 

Κι εμένα είχε, που με λέγανε κουμμούνι – και δεν ήμουν.

Εγώ γελούσα. Ούτε τα φράγκα τους είχα, ούτε τη δύναμη της πλάτης των μπαμπάδων και των μαμάδων. 

Εργαζόμουν – και ήμουν και φοιτητής. Κι ο μπαμπάς μου από πάνω γέλαγε, τι τα έκανα τόσα λεφτά που περνούσαν από τα χέρια μου.

Δεν πίστεψα στον κομμουνισμό. Είχα μια σημαδιακή συζήτηση το ’83 με ένα φίλο που σήμερα είναι καθηγητής στην Οξφόρδη. Εκείνος μου είχε αποδομήσει πρώτος το σοβιετικό πρότυπο. 

Μου προανήγγειλε τότε, μάλιστα, και την πτώση του κομμουνισμού μέσα στη δεκαετία, όπερ και εγένετο, δηλαδή.

Πάντως εγώ  δ ε ν  ήμουν δεξιός, ούτε ΠΑ.ΣΟ.Κ.ος ούτε κομμουνιστής. Αλλά τότε δεν ήξερα και τι ακριβώς ήμουν.

«Αντί» ένιωθα.

Αντιδεξιός, αντιΠΑ.ΣΟ.Κ.ος, αντικομμουνιστής. 

Και όλα τα μειονοτικά εξαμβλώματα που διεκδικούσαν να εισπράξουν από τη νεανική μου αντιδραστική στάση, μια αίσθηση μου έδιναν: των παρατρεχάμενων εκβιαστούληδων, οι οποίοι κρέμονταν από το «χαρτί». 

Το χαρτί που έκαιγε έναν δεξιό, έναν ΠΑ.ΣΟ.Κ.ο, έναν κουκουέ. 

Το χαρτί της βόλεψης. 

Όλοι οι ΔΗΜ.ΑΡ.ίτες βολεύτηκαν έτσι, ωραία φάση. Έκανες σκοπό της ζωής σου να πετύχεις το χαρτί που αυτομάτως σε έθετε στη θεσούλα της επιλογής σου. Παλαιά πρακτική και δοκιμασμένη.

Έως τη στιγμή που συνωστίσθηκαν όλα αυτά τα παλικάρια στις θέσεις – κλειδιά και εισέβαλαν οι εκσυγχρονιστές.

Οι εκσυγχρονιστές δεν κρύφτηκαν.
Σε πείσμα και σε αντίθεση με όσα λέγονται σήμερα, κανείς δεν έκρυψε τους σκοπούς του. 
Δήλωσαν ευθαρσώς ότι σκοπός τους ήταν η προσωπική τους ευμάρεια. 
Όλοι οι εκσυγχρονιστές θέλησαν να γίνουν πλούσιοι και να κυβερνάνε φτωχούς. 

Αυτό το πέτυχαν.

Είναι ανόητο να θεωρήσει κάποιος ότι οι σκοποί ήσαν κρυφοί. 

Όταν έφτασε να σου λέει ένας παλιός της γενιάς του Πολυτεχνείου: «τέρμα το άσυλο και τα κωλόπαιδα που είναι ‘κει μέσα», δεν υπήρχε κάτι πιο απλό να πει. 

Όταν σου την έλεγε κάθε ΠΑ.ΣΟ.Κ.ος που δεν το βούλωνες μπροστά στα καραγκιοζιλίκια του Σημίτη και τα σκηνικά με τους Γερμανούς και τις μίζες τους, ένα πράγμα ήταν προφανές: Όλοι θα τα έπαιρναν, ό,τι κι αν έλεγες. Όλοι οι ΠΑ.ΣΟ.ΚΟ.οι δηλαδή, γιατί οι δεξιοί τα έπαιρναν λόγω καταγωγής και θέσης.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερος παραλογισμός, αυτό έλεγα τότε και αυτό λέω ακόμη και τώρα, από να αναζητάς τη σωτηρία του φτωχού στον πλούσιο. 

Δηλαδή τι να κάνει ο πλούσιος; 
Να σε κάνει σαν κι αυτόν; 

Κι αν γίνουμε όλοι πλούσιοι, ποιος θα δουλέψει στα εργοστάσια και τα μαγαζιά, ποιος θα γίνει υπαλληλάκος, ποιος θα γίνει μεροκαματιάρης, ποιος θα στελεχώσει τα σκληρά σώματα ασφαλείας, ποιος θα πάει οικοδομή, ποιος θα γίνει χαφιές, ποιος θα δεχτεί το λάδωμα; 

Τέλος πάντων, εγώ κουμμούνι δεν υπήρξα ποτέ, πλούσιος δεν ήμουν, για να είμαι δεξιός (αφού δεν ήμουν χαζοφτωχοδεξιός), ΠΑ.ΣΟ.Κ.ος δεν έγινα, γιατί με χάλαγε πολύ να κλέβω μπροστά στα μάτια του άλλου και να του τη λέω κιόλας. 

Αλλά και από έλλειψη ταυτότητας δεν έπασχα, εν τέλει.

Αφού η συγκυρία και η τύχη μου έδωσε τη δυνατότητα να εξαρτώμαι κατά το δυνατόν ελάχιστα (λέμε τώρα) από τον κρατικό μηχανισμό και απεγκλωβίστηκα και από την υπαλληλική σχέση (στην οποία επίσης έτυχα καλών εργοδοτών), έμεινε σε μένα και η επιλογή του ρόλου.

Επέλεξα να σταθώ απέναντι στους εκσυγχρονιστές.
Αυτοί δεν είναι οι παλαιοί ΠΑ.ΣΟ.Κ.οι, τα γραφικά απολειφάδια ούτε οι κουτοδεξιοί της ΕΡΕ. 

Δεν είναι τίποτε άλλο, παρά πλούσιοι με κυνική στάση απέναντι στους φτωχούς: Άσπροι, μαύροι, κίτρινοι, όλοι λογιζόμενοι ως εργατική δύναμη. Φτωχή εργατική δύναμη, φτηνή εργατική δύναμη.

Ναι, αλλά η αστική τάξη (χα χα, ούτε «sic» δε μπορώ να γράψω!) του Ελλαδιστάν, ούτε τόσο φτωχή ήταν (με τους μαύρους ή κίτρινους όρους), ούτε τόσο εξαθλιωμένη. 

Τέλος πάντων, κουρελήδες στους δρόμους δεν έβλεπες, άμα σε σκότωνε κανείς για κάτω από πενηντοχίλιαρο, οι άλλοι φυλακόβιοι τον έκαναν ρόμπα – λογιζόταν ψιλικατζής. 

Όταν κάποιος (όλοι δηλαδή) παραπονιόταν ότι «δεν υπάρχει δουλειά, δε βγαίνει το χρήμα», εννοούσε ότι είχε στην άκρη κανά κατοστάρι χιλιάρικα (απεδείχθη ότι, τις περισσότερες φορές, είχε πάνω από πεντακόσια).

Οι εκσυγχρονιστές το γνώριζαν αυτό. 
Ήξεραν καλά πού, από πού, πόσα και πώς. 

Ήταν σχεδόν γελοίο: 
Τα μοίρασαν, ουσιαστικά τα έκρυψαν, τα φύλαξαν στις τσέπες των πολιτών. 

Από κει τα παίρνουν τώρα – και παίρνει η μπάλα και κάτι αχρηστους φτωχούς, μηδενικά και ρετάλια, μάζες, για τις οποίες δεν πρέπει να απασχολούν το μυαλό τους και να ξοδεύουν τη φαιά τους ουσία κάτι τύποι σοβαροί και σπουδαίοι και πλούσιοι, όπως ο κυρ – Γιάννης ο στούρνος.

Οι εκσυγχρονιστές έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, αλλά δεν τον ένοιαζε τον κουτό που είχε την τσέπη γεμάτη, με φράγκα που είχε κονομήσει, ένας Θεός ξέρει πώς. 

Στ’ αλήθεια, εκείνος ο ανεκδιήγητος, ο Πάγκαλος, αυτό εν τέλει είπε: «Μαζί τα φάγαμε», μεταφρασμένο εις «έφαγα εγώ τα άντερά μου, έφαγες κι εσύ όμως, κάτω από το τραπέζι, επειδή εγώ ήμουν απασχολημένος να τρώω και δε σου έδινα σημασία, καθώς βουτούσες το δάχτυλο στο βάζο με το μέλι».

Ποιοι όμως αποτελούσαν και συνεχίζουν να αποτελούν τον εχθρό μου; 
Για να το πω πιο εκλεπτυσμένα, τι θα πει «στέκομαι απέναντι»; 

Και εν τέλει, ποιος στεκόταν απέναντι; 

Εγώ, ο κανένας, απέναντι στους κυρίους και τις κυρίες της Λέσχης. Φαιδρόν.

Κι έγινε φαιδρότερο. 
Διότι δικαιώθηκα, και δη με τον άσχημο τρόπο.

Ήρθε το 2008, έφερε μαζί του τη σκληρότερη περίοδο της ζωής των περισσοτέρων από εμάς. Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι οι γέροντες και η Γενιά του Πολυτεχνείου πέρασαν σκληρότερα, φτωχότερα και πιο «θανατηφόρα». Θα συμφωνήσω για τους πρώτους, θα διαφωνήσω για τους δεύτερους. 

Όποιος πολέμησε το ’40, ήταν 20άρης έως και 30άρης. Αυτό σήμερα τον τοποθετεί στις χρυσές εφεδρείες, βρίσκεται δηλαδή στην ηλικία των 90 ετών και πλέον. 
Χωρίς να θέλω να παρακάμψω την κρίση περί τη μοίρα του πλήρως ανήμπορου γέροντα, μένω με την εντύπωση ότι το πληθυσμιακό του ποσοστό δεν υπερβαίνει το 0,5% του ελληνικού λαού – και πάλι μιλάμε για τάξη των πενήντα χιλιάδων ανθρώπων, μια πόλη δηλαδή, εάν έχω δίκιο στην εικασία. 

Αλλά μπορεί να είναι και 0,05%, δηλαδή 500 άνθρωποι. Τι διαφορά κάνει αυτό; Καμία, κατά τη γνώμη μου.
Ανθρώπινες ψυχές, οι οποίες πάλεψαν με μεγαλύτερα θεριά από αυτά που εγώ πρέπει να πολεμήσω. 

Ηττημένοι, νικητές, δειλοί και ήρωες, άνθρωποι όλοι.
Σε μια μοίρα, για την οποία άλλη γενιά φταίει, άλλη γενιά αμάρτησε. 
Θα ήταν δυνατόν, δηλαδή, να ασχοληθεί κοτζάμ Πρωθυπουργός με ρετάλια, από τη στιγμή μάλιστα που η δική του λεβεντογέννα Πατρίς ώδινεν μόνο δωσίλογους και έτεκεν μόνον δεξιούς;

Αλλά οι άλλοι; Αυτή η Γενιά του Πολυτεχνείου; Αυτά τα φτιαγμένα παιδιά; 
Οι ίδιοι άνθρωποι που στελέχωσαν ό,τι βρίσκεται σήμερα γύρω μας;

«Τι να έκαναν», θα αναρωτηθεί – και δικαίως – ο καλόπιστος παρατηρητής.

Μεγάλη και σπουδαία ερώτηση. 
Μπροστά στην κατσαρόλα ένας, μόνος του, περιμένει τους άλλους, να φάνε όλοι μαζί; 
Όχι πολύ πιθανόν.

Αλλά εδώ δεν έγινε έτσι. Εδώ τα παιδιά παράτησαν την κατσαρόλα, επειδή τεμπέλιασαν, επειδή βαρέθηκαν, επειδή έπαιζαν PS3, επειδή έτσι ήταν πιο εύκολο, πιο ξεκούραστο, βρε αδερφέ. 

Κάποιος έκανε το μάγειρα, κάποιος εκσυγχρονιστής. 

Οι δεξιοί είχαν το δικό τους τραπέζι, οι κουκουέδες τρώγανε σε τάβλες.

Ήρθε το 2008 και όλοι είπαν «θα περάσει».

Ήρθε το 2009 και όλοι σκιάχτηκαν, επειδή άρχισαν να τρων απ’ τα έτοιμα.

Ήρθε το 2010 και έτρεξαν να βγάλουν τα λεφτά έξω. Τα αποκούμπια. Πενήντα, εκατό εκατομμύρια ο καθένας. Ψιλοπράγματα, για μια ώρα ανάγκης. 
Κι άρχισαν να τρέμουν ποιος θα τους τσακώσει.

Και δεν τους τσάκωσε κανείς. Και δεν τους κυνήγησε κανείς. Μόνο που άρχισαν κάτι παράδοξα, τα οποία ενέτειναν μεν το φόβο, αλλά ουσιαστικό αντίκρυσμα δεν είχαν. 

Οι δεξιοί έκαναν τη δουλειά τους. Οι ΠΑ.ΣΟ.Κ.οι εξαφανίστηκαν μέσα στο χάος. Οι κουκουέδες καταποντίστηκαν. Εμφανίστηκαν και τα γνωστά κοράκια, οι ΔΗΜ.ΑΡ.ίτες, και συνέχισαν το παλιό τροπάρι με τους εκβιασμούς και τις βολεψιές.

Όλοι εμπλοκή. Όλοι λιγότερα. Όλοι φοβισμένοι. Κάποιοι άρχισαν και να πηδάνε από τα μπαλκόνια. Δεν περίμεναν λίγο, λέω εγώ, να δούνε ότι η ξεφτίλα δεν έχει τέλος, ότι τζάμπα πήδηξαν; Αλλά είναι αλλιώς, όταν χτυπάει τη δική σου πόρτα. Είναι αλλιώς.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά πέρασε ο καιρός. Ήρθαν και οι εκλογές, διορθώθηκαν και τα αποτελέσματα, ώστε να επιτευχθεί το ευκταίον, το βούλωσαν και όλοι σχετικά με το ζήτημα, βόηθησαν και οι αλλοπαρμένοι, οι οποίοι τόνωσαν την πεποίθηση ότι η χώρα κατοικείται από ηλίθιους, και φτάσαμε στο σήμερα.

Και σήμερα ο φίλος μου μου λέει ότι δε μπορεί να κάνει τίποτε και ότι το αφήνει στην τύχη του. 

Ο παλιός μου φίλος που ήταν δεξιός και σήμερα δεν ξέρει τι είναι.

Εγώ και σήμερα πάντως ξέρω τι είμαι. 
Εγώ είμαι αντί. 
Αντιεκσυγχρονιστής.
ΑντιΠΑ.ΣΟ.Κ.ος.
Αντιδεξιός.
Αντικουκουές.
ΑντιΔΗΜ.ΑΡ.ίτης δε χρειάζεται να είμαι, αυτούς θα τους φάνε οι δικοί τους, αλλά είμαι και τέτοιο, επειδή έτσι γουστάρω.

Όλοι τον βαριούνται τον εκβιασμό κάποια στιγμή και αυτό το παραμύθι τελείωσε.

Σήμερα εγώ ξέρω ότι η λύση είναι η αντί – θέση, κόντρα στη στάση του φίλου μου. 

Ξέρω ότι δεν ωφελεί να περιμένω τον πλούσιο να με ελεήσει, ότι δεν πρέπει να κάθομαι με σταυρωμένα χέρια, επειδή πέντε - δέκα φίλοι μου έτυχε να κάνουν τη στραβή.
Αυτό ήταν παλιά. Τώρα δεν έχει σημασία. 

Σήμερα σημασία έχει να πείσω το φίλο μου, να πείσω καθέναν που ξέρω, να πάει να ψηφίσει, να κοπεί η αποχή. 

Να πείσω καθέναν που ξέρω, να σταματήσει να περιμένει. 

Να τον πείσω να σταματήσει να νιώθει εγκλωβισμένος. 

Ξέρω ότι θα βρω χαζούς στο διάβα. 
Ξέρω ότι θα βρω κολλημένους. 
Ξέρω ότι θα νιώσω μίσος και αντίδραση. 
Και δε με νοιάζει. 
Γιατί ξέρω ότι έχω δίκιο και ότι αυτή είναι η μόνη λύση.

Υ.Γ. Στα δεκάξι μου, κάποιοι φίλοι μου είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Frank Zappa. Ο Φρανκ λοιπόν είχε ένα τραγούδι που πολύ μου άρεσε, ανάμεσα στα άλλα: “Don’t eat the yellow snow” είναι ο τίτλος του. Αυτά.


* του Θάνου Αθανασιάδη


Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Είμαι βλάκας. Όχι ανόητος, βλάκας. Όχι ηλίθιος, βλάκας.

Έχω τη δυνατότητα να σωθώ και δεν προσπαθώ. Το λέω κάθε μέρα που ξημερώνει και κάθε νύχτα που έρχεται στον εαυτό μου, κρυφά μονολογώντας πριν πέσω να κοιμηθώ.

Η γυναίκα μου δε με ρωτάει πια. Μπορεί να κάνει το ίδιο και να μην της δίνω σημασία. Πιστεύω ακόμη, αλλά λιγότερο πια, ότι μπορώ να πετύχω την απεμπλοκή, αλλά φυγοπονώ και κωλυσιεργώ, θέτω τον εαυτό μου σε κατάσταση αργίας.

Φυλάω τα νώτα μου, λέω στον εαυτό μου, αλλά στην πραγματικότητα τρέμω. Τρέμω την επόμενη μέρα και σκιάζομαι σε κάθε «μπου». Με τρομάζουν οι λέξεις και οι δηλώσεις, βρίσκομαι σε πραγματική απόγνωση και κατάσταση πανικού.

Έχω φτωχύνει έως τα όρια της πραγματικής φτώχειας. Έχουν περάσει κιόλας τρία χρόνια από την τελευταία ημέρα που θυμάμαι να είμαι πραγματικά ανέμελος. Τότε είχα δουλειά, σπίτι, αυτοκίνητο, έκανα διακοπές, τα παιδιά μου είχαν όλα, όσα χρειάζονταν, χωρίς κανένας να βαρυγκωμά.

Τα δάνεια έβγαιναν, οι υποχρεώσεις καλύπτονταν. Ζήλευα κάτι και το έβαζα στο πρόγραμμα και στη χειρότερη το έπαιρνα τον επόμενο μήνα. Ζήλευα κι άλλα, ελαφρά μόνο έξω από τις δυνάμεις μου. Εκείνα έμπαιναν στο ετήσιο πρόγραμμα. Κάτι πιο καλό, κάτι πιο ακριβό.

Έπαιρνα δώρα στη γυναίκα μου, ψώνιζα στα παιδιά μου μικρά πραγματάκια, παιχνιδάκια που εγώ δεν είχα σαν παιδί και χαιρόμουν πιο πολύ εγώ από εκείνα.

Δούλευα αρκετές ώρες, είναι αλήθεια, αλλά το μεροκάματο έβγαινε. Τα παιδιά με ζητούσαν βέβαια, αλλά όχι επιτακτικά, όχι σαν να ήμουν συνεχώς απών. Σήμερα είμαι στο σπίτι περισσότερες ώρες, αλλά τα παιδιά δε θέλουν καθόλου να φύγω. Όταν όμως είμαι στο σπίτι, δε μου δίνουν σημασία. Συχνά πυκνά με ρωτάνε πότε θα τους πάρω παιχνίδια «όπως παλιά».

Δε με παίρνουν πάντα τα κλάματα, ώστε να κρυφτώ στο άλλο δωμάτιο, για να μη με δουν. Έχω μάθει πια να το κρύβω κάτω από το προσωπείο του βλοσυρού μου εαυτού.

Δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Θυμώνω με τα μικρά, αδιαφορώ για τα μεγάλα. Παλιότερα είχα κριτική στάση απέναντι στα πράγματα, παρακολουθούσα τις εξελίξεις, διάβαζα εφημερίδα. Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι με κούραζε όλο αυτό το πλήθος των ειδήσεων, άρχισα να αποστασιοποιούμαι. Τόσα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά εγώ σαν να είχα κορεστεί.

Στη συνέχεια έγινα πιο δηκτικός, αρνητικός, γιατί, όπως διαπίστωσα, δεν ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να ασχολούμαι με τα δράματα στις εσχατιές του κόσμου, με καταστροφικά καιρικά φαινόμενα, φωτιές, σεισμούς, είδη προς εξαφάνιση και μετατοπίσεις του άξονα της γης, οι οποίες θα οδηγήσουν τον πλανήτη με μαθηματική ακρίβεια στο τέλος του το δύο χιλιάδες πεντακόσια κάτι.

Είχα δικά μου πράγματα να σκεφτώ και πιο κοντινά προβλήματα να επιλύσω. Όμως οι φυλλάδες συνέχιζαν να με βομβαρδίζουν με συνονθυλεύματα από θέματα από τη λαμπερή Αθηναϊκή νύχτα και των εγχώριων αστέρων, με προβλήματα των ασιατικών χωρών και το ζήτημα του θερμοκηπίου, με χολυγουντιανές εικόνες και θηρία της Γης του Πυρός.

Πουθενά δεν έβρισκα, όπως παλιά, τα παραδοσιακά θέματα της πολιτικής, πουθενά δεν έβρισκα απαντήσεις για τις στάσεις κι ενστάσεις και αντεγκλήσεις των Υπουργών, πουθενά δεν έβρισκα τίποτε που να συνιστά πρόταση λύσης. Μόνο άσχετα και φόβο.

Σταμάτησα να διαβάζω εφημερίδα. Στράφηκα στο διαδίκτυο, στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και τα ιστολόγια. Ένας εύκολος υπολογισμός μου έδωσε και μια επιπρόσθετη δικαιολογητική βάση: Τις παλιές ημέρες ξόδευα τουλάχιστον 100 ευρώ το μήνα σε εφημερίδες και τώρα αυτά τα 100 δεν τα είχα, χρειάζονταν για το γιατρό για τα μικρά.

Στο διαδίκτυο στην αρχή βρήκα την υγειά μου. Επιτέλους, κάποιος που έλεγε τα πράγματα με τα’ όνομά τους! Και μάλιστα, όχι ένας, πολλοί! Βέβαια διαφωνούσα με αρκετούς, αλλά και πάλι, η πολυφωνία ήταν αναζωογονητική. Και τα greenglish με ενοχλούσαν, αλλά κανείς δε μπορεί να επιβάλει σε ένα ελεύθερο μέσο κανόνες, ούτε καν τους ορθογραφικούς.

«Κι αν γράφονταν σε Σουαχίλι», έλεγα στον εαυτό μου «θα είχε κάποια διαφορά; Τότε δε θα τα διάβαζα καθόλου, οπότε κι έτσι καλά είναι».

Και η ανορθογραφία με ενοχλούσε, αλλά δεν έφταιγε ο καταπτοημένος, εξοργισμένος κι εξοντωμένος ανθρωπάκος που ήθελε να πει τη γνώμη του και να διαμαρτυρηθεί, που δεν ήξερε γραμματική και συντακτικό και ετυμολογίες και ρίζες και παράγωγα και όλα αυτά που εγώ ο γραμματιζούμενος ξέρω.

Ορμώμενος από την παραπάνω σκέψη όμως, άρχισα να γίνομαι επικριτικός και με τον τυχαίο ανθρωπάκο, ο οποίος δεν ήξερε ούτε τη γνώμη του να γράφει καλά. Και άρχισα να ψάχνω εκείνους, οι οποίοι ήξεραν τουλάχιστον να συντάξουν μια πρόταση. Έπεσα πάλι στην παραδοσιακή δημοσιογραφία. Όσον καιρό είχα εγκαταλείψει τις φυλλάδες, είχαν μεταστραφεί κι εκείνες, προδήλως εις άγραν του κοινού τους, στα ιστολόγια. Έγραφε όποιος ήξερα από παλιά! Νέος ενθουσιασμός, διάβαζα ξανά εφημερίδες δωρεάν! Κόλλησα έτσι και πάλι στις φοβίες και τα άσχετα, αλλά πλέον έμεινα στις φοβίες, γιατί τα άσχετα - από επιλογή – τα εξεδίωξα από τις προτιμήσεις μου.

Μια παραδοξότητα, την οποία αντελήφθην, ήταν η εξής: Κάθε φορά που ένα πραγματικά καλό άρθρο γραφόταν κάπου, είτε σε «σοβαρό» ιστολόγιο είτε σε κάποιο μικρό και «ανώνυμο» με τους τρέχοντες όρους, έβρισκα από κάτω του ένα σωρό από εκείνα τα ενοχλητικά ανορθόγραφα, γραμμένα σε grenglish, προσβλητικά σχόλια, τα οποία, όχι μόνον έκαναν την ανάγνωση κουραστική, αλλά και «ανέβαζαν» το κεντρικό άρθρο στη σελίδα, με αποτέλεσμα να μην το βρίσκει κανείς εύκολα. Δεν έδωσα αρκετή σημασία στην αρχή, αλλά μετά μου φάνηκε ότι γινόταν επίτηδες, για κάποιο λόγο, άγνωστο σε μένα.

Μετά παρατήρησα τις ομοιότητες στα ψευδώνυμα, μετά τις ίδιες ανορθογραφίες. Σαν κάποιος να έψαχνε τα ενδιαφέροντα και τα σημαντικά και στη συνέχεια να τα «κατέστρεφε» με τις ασχημόνιες του.

Μια άλλη διαπίστωση, στην οποία προέβην, ήταν η απουσία «πραγματικών» διαμαρτυριών και πολιτικών διαπραγματεύσεων, παρεμβάσεων, εμπλοκών. Σαν όλος ο κόσμος, εμού συμπεριλαμβανομένου, να είχαμε κολλήσει στα ιστολόγια παρακολουθώντας τις εξελίξεις, οι οποίες έτρεχαν εις βάρος μας. Το Σύνταγμα είχε αδειάσει, αυτό είναι βέβαιο. Και οι συζητήσεις είχαν πάψει από καιρό, αυτό τώρα το αντιλαμβανόμουνα. Έμενε μόνο η ανάρτηση, το σχόλιο, η ηλεκτρονική διαμαρτυρία, το ηλεκτρονικό παράπονο, ο φόβος, η οργή, ο φόβος πάλι.

Με παραξένεψε και η απουσία ύπαρξης μιας – οποιασδήποτε – «τρομοκρατικής» επαναστατικής ομάδας – οργάνωσης, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να έλεγε ένα άτσαλο, αντιδημοκρατικό, καταδικαστέο, τυφλό «όχι».

Θυμόμουν παλιότερα τις φράξιες και τις οργανώσεις που λυμαίνονταν αυτόν το βαθύτατα δημοκρατικό τόπο και τους πολιτικούς που καταδίκαζαν όλες εκείνες τις βάναυσες επιθέσεις στη Δημοκρατία μας και τη λαϊκή αποδοκιμασία και τις εμβριθείς αναλύσεις των σκωπτικότατων δημοσιογράφων, οι οποίοι αναρωτώντο «πού πάει αυτός ο τόπος» και τις μυστικές υπηρεσίες που έψαχναν και ξαναέψαχναν και τίποτε δεν έβρισκαν, και ούτω καθ’ εξής. Τίποτε. Σιγή. Παράδοξο.

Βίωσα μια περιπέτεια πρόσφατα. Τη θεώρησα εθνικού ενδιαφέροντος. Διπλές εκλογές, αταξία, ακυβερνησία. Έτσι έλεγαν όλοι δηλαδή, και τα ιστολόγια. Πού και πού πετόταν και κάποιος, από αυτούς που παρακολουθούσα πλέον ανελλιπώς, που έλεγε ότι ίσως το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, ότι το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο.

Ότι μας επιφυλάσσεται μοίρα προτεκτοράτου, ότι βρισκόμαστε στο στόχαστρο μιας ομάδας ισχυρών, οι οποίοι επιθυμούν για μας τη μοίρα των λαών της Μαύρης Ηπείρου ή της γης της Ασίας. Αλλά το βασικό μέλημα όλων ήταν η τοπική ακυβερνησία.

Με τη σειρά μου κώφευσα στις κραυγές των μεμονωμένων. Βίωσα και πάλι το φόβο. Δεν ανήκα ποτέ στους οργανωμένους κομματικά, γι’ αυτό ίσως και δεν είδα ποτέ ορατά οφέλη από τις κορώνες των πολιτικών. Δεν υπήρξα ποτέ ακραίος, οπότε δεν είχα λόγο να κοιτάξω και τέρμα δεξιά ή τέρμα αριστερά. Είχα κάνει και το κομμάτι μου με το να τιμωρήσω τις παραδοσιακές δυνάμεις εξουσίας στις εκλογές του Μαΐου.

Ένιωσα ότι έπρεπε να υπακούσω. Δεν ήθελα, αλλά ένιωσα ότι έπρεπε. Οι φυλλάδες έκαναν αναπαραγωγή τα ευρωπαϊκά «θέλω». Στον πρώην κυβερνητικό χώρο, ο οποίος είχε φέρει – κατά τα λεγόμενα - μόνος του τη χώρα σε αυτό το επίπεδο, δεν ήθελα να δείξω προτίμηση. Έμενε η μόνη σώφρων λύση:
Να πάω με τα νερά τους.

Πήγα. Με βαριά καρδιά, αλλά πήγα. Είχα, μάλιστα, την εντύπωση ότι ήμουν μόνος εγώ που πήγα κατά κει. Κι όμως – και πάλι – έσφαλα. Όχι μόνο δεν ήμουν μόνος, αλλά «νίκησα» κιόλας.

Νίκησα. Μεγάλη κουβέντα. Ο φίλος μου ο ψυχίατρος που δε μου παίρνει χρήματα, γιατί ανήκει σε μια οργάνωση αφιλοκερδή για ανθρώπους που βιώνουν τα δικά μου προβλήματα, μου είπε ότι πάσχω από κάποιο σύνδρομο καταπίεσης, το οποίο έχει όχι οικονομικό, αλλά κοινωνικό υπόβαθρο. Βάραθρο το λέω εγώ, αλλά ας όψεται.

Μετά τη συνάντηση - συνεδρία είχα μια αναλαμπή: Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν απαράλλαχτο με εκείνο του Μαΐου. Άλλαξαν μόνο τα ποσοστά. Νικώντας δηλαδή τον Ιούνιο δεν έκανα τίποτε άλλο από το να ξανανικήσω, αλλά περισσότερο αυτή τη φορά.

Έβαλα με το μυαλό μου ότι κάτι τέτοιο μάλλον ήταν υποχρεωτικό, γιατί λίγη νίκη ίσον καθόλου νίκη. Όμως αυτό δεν έβγαζε καθόλου νόημα. Λίγη ή πολλή, το πρόβλημα ανάμεσα στις δύο εκλογές ήταν η ακυβερνησία. Όση και να ήταν η νίκη του Μαΐου, θα έπρεπε να είχε σχηματιστεί κυβέρνηση. Αλλά δε σχηματίστηκε κι εγώ, θυμάμαι, είχα φοβηθεί πολύ.

Σήμερα μόλις κάτι πήρε το αυτί μου για κάτι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες. Προχθές έγινε μια κουβέντα για την ανάγκη της Δημοκρατίας να μετασχηματιστεί. Κάποιοι πιο εριστικοί αναφέρονται με ζέση στον παλαιό αφορισμό «ε, ρε, χούντα που μας χρειάζεται».

Ένας φίλος, βασιλικός από τα γενοφάσκια λόγω καταγωγής, αναφέρθηκε στην «πριγκίπισσα Ειρήνη των Ελλήνων» ως τη μόνη λύση. Από την πλευρά μου δεν έχω άποψη. Φοβάμαι κιόλας. Έχω ακούσει ότι η βασιλεία δεν είναι και τόσο κακή, η Ισπανία έχει βασίλισσα και μάλιστα την αδελφή της Ειρήνης. Έχω ακούσει κι ότι ο τέως βασιλιάς έχει σπουδαίους και ισχυρούς υποστηρικτές στο Λονδίνο κι ότι ακόμη και το «Αθήνα 2004» δε θα γινόταν, αν δεν είχε βάλει το χεράκι του, τιμής ένεκεν για τη χώρα που κάποτε κυβέρνησε.

Διάβασα κάπου ότι έχουμε υπαχθεί στο αγγλικό δίκαιο. Δεν ξέρω τι θα πει αυτό, τα μόνα νομικά που γνωρίζω καλά είναι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και το χριστιανικό «ου φονεύσεις». Α, και τα της δουλειάς, αλλά οι νόμοι έχουν αλλάξει και σε αυτό και πρέπει να κάνω ρύθμιση σύντομα. Πάλι φοβήθηκα τώρα, κι ας πήρε παράταση, από ό,τι άκουσα.

Άκουσα και για έναν εφοπλιστή, ο οποίος αγοράζει στην Αμερική το ελληνικό χρέος και το διαγράφει για τρεις χιλιάδες το κομμάτι, ενώ εδώ το ξεπληρώνουμε για είκοσι τέσσερις χιλιάδες, οχτώ φορές πάνω. Αυτό πάλι δεν το κατάλαβα και τόσο. Αν είναι τόσο εύκολο να ξεπληρωθεί το χρέος οχτώ φορές κάτω, γιατί δεν το κάνουμε, γιατί δεν το κάνει η κυβέρνηση; Δεν ξέρω και πολύ φοβάμαι.

Το θεωρώ σημαδιακό.


Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Ο καλύτερος εαυτός

Στη ζωή μου πρωτίστως έμαθα να τιμώ τους φίλους. Θεωρώ τη φιλιά προσωπική επιλογή, ενώ η συγγένεια, αν και ισχυρότερη γονιδιακά, συνιστά εν δυνάμει υφέρπον σφάλμα, για το οποίο δεν υφίσταται πλήρως ατομική ευθύνη επιλογής.
Η συζήτηση με ένα φίλο με προτρέπει στο παρόν πόνημα. Τη γνώμη του εκτιμούσα πάντοτε, πολύ περισσότερο δε τώρα. Αναφέρομαι σε άνθρωπο σαφούς πολιτικής κατεύθυνσης, αλλά και αντίστοιχης σοβαρής κι εμπεριστατωμένης σκέψης.
Η βαρύτητα της άποψής του είναι αυτή που με προβλημάτισε περισσότερο: Αν κάποιος (σαν το φίλο μου) μπορεί να συστρέφεται και να υπαναχωρεί τόσο από τη θέση του στις προηγούμενες εκλογές, οπότε και καταψήφισε τη μνημονιακή πολιτική, πώς σήμερα ο ίδιος άνθρωπος μου δήλωσε ότι «θα ξαναγυρίσει στο μαντρί»;
Ποιος ο λόγος να στραφεί κατά της σαφούς προοπτικής δημιουργίας αντιμνημονιακής (νέο-διαπραγματευτικής / φιλο – ευρωπαϊκο – εντός του ευρω επαναδιαπραγματευτικής, και όλα τα συναφή) νέας πολιτικής Αρχής κι Εξουσίας; Άλλαξε σε κάτι η στάση της δικής του Ηγεσίας;
Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική, αφού το μόνο που έχουν πει οι δυο παλαιοκομματικές οργανώσεις συμφερόντων της μεγαλομανούς Εκαλο – Βουλιαγμενο Τάξης είναι ό,τι διαπιστώνουν ότι μπορεί «και να πιάσει» σε επικοινωνιακό προφίλ: Ο διαλυμένος μεσοαστός ελεύθερος επαγγελματίας, ο αγρότης, ο δημόσιος υπάλληλος που τα έχουν χάσει όλα σε μια τριετία – μαζί και την πίστη του στο διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, λογικά θα «τραβηχτεί» από ένα τέτοιο τρόπο προσέγγισης, αφού ουσιαστικά ένα μικρό ψεμματάκι ακόμη από μέρους της ηγεσίας του που πρόδωσε, λειτουργεί σαν βάλσαμο στα αυτιά, σα ναρκωτικό που θα τον παραδώσει πιο εύκολα, πιο ανώδυνα στην αγκαλιά του μετά βεβαιότητος επερχομένου θανάτου του, σαν να μην έγιναν όλα αυτά, σαν να γινόταν να διορθωθούν και να κλείσει η χαίνουσα στο στήθος πληγή από τους ίδιους τους θύτες, οι οποίοι κρατούν ακόμη το στιλέτο στο χέρι.
Υπάρχει βέβαια και το άλλο ζήτημα, αυτό που υπαγορεύει, πέραν της λήθης, την υποταγή λόγω συνηθείας. «Τι θα γίνει αύριο; Σε ποιον θα σφίξουμε το χέρι; Ποιος θα μας πει μπράβο; Ποιος θα μας τσιμπήσει το μάγουλο;» Ποιος, εν τέλει, θα είναι ο νέος μας αφέντης;
Μα, ο φίλος μου δεν είναι τέτοιος άνθρωπος. Συνιστά παράδειγμα δύναμης και καθαρής, ολοκληρωμένης δημιουργικής και κρυστάλλινης λογικής σκέψης.
Τι μεσολάβησε και σήμερα οπισθοχωρεί προς τα παλαιά κεκτημένα, όπου όμως δε βρίσκεται πια τίποτε παρά χαλάσματα; Τι τον φοβίζει τόσο πολύ, τι τον φοβίζει τόσο περισσότερο, ώστε να αυτοπειθαναγκάζεται, να οδηγείται στην ίδια του την καταστροφή, συμπαρασύροντας όλους μας;
Η απάντηση, μέρος βιωματικό και τραγικά αναπόσπαστο της ίδιας της ανθρώπινης φύσης, έγκειται στον ατομικό όλεθρο, ο οποίος φαντάζει αναπόφευκτος.
Δεν έχει να κάνει με την σκέψη ότι ατομικά κάποιος απέτυχε, έχει να κάνει με το γεγονός ότι αυτός, τον οποίο ο ίδιος εμπιστεύτηκε, αυτός, στον οποίο ο ίδιος είχε στηρίξει τις ελπίδες του, όχι απλά απέτυχε, αλλά τον πρόδωσε.
Η προδοσία που όλοι έχουμε αντιληφθεί, η προδοσία που πάει να ολοκληρώσει το χαμερπές έργο της, αυτή η πληγή που δε βγάζει αίμα, αλλά σκοτώνει πιο οδυνηρά από σκουριασμένο μαχαίρι.
Ο φίλος μου χρειάζεται βοήθεια, χρειάζεται να πιστέψει. Η πίστη είναι τυφλό, όσο και ορμέφυτο συναίσθημα.
Εγώ έχω ανάγκη να δω το φίλο μου στα πόδια του, όλους μας στα πόδια μας, γι’ αυτό εμμένω πεισματικά – κι όταν ακόμη κάμπτομαι ή παλινδρομώ – στη βασική αρχή της τελείωσης: μπορεί να υπάρξει πάντοτε κάτι καλύτερο, ίσως όχι τέλειο, αλλά δεν είναι δυνατόν να το μάθουμε, αν δεν προσπαθήσουμε.
Ο κόσμος γυρίζει, χρειαζόμαστε μια σταθερά, τον καλύτερο εαυτό μας, όχι το φοβισμένο κακέκτυπό του.
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Η ελεγεία του μαλάκα *


Γερμανέ, έχε υπ' όψιν σου ότι δε σε λυπάμαι, ούτε θα σε λυπηθώ, αφού έχουμε πόλεμο.
Φιλογερμανέ: Και για σένα τα ίδια ισχύουν.

Λυπάμαι όμως τη χώρα μου.

Κάθε πόλεμος έχει θύματα, άρα είναι αναμενόμενο κι η χώρα μου να έχει απώλειες. Μπορεί η Μοίρα να ορίσει να συμπεριληφθώ σε εκείνη τη λίστα. 
Ξέρεις όμως κάτι; Αν αυτό συμβεί, το δικό μου όνομα δε θα χαθεί, το κλέος των πράξεών μου δε θα εξανεμιστεί στη λήθη. Γιατί θα χαθώ, όπως χάνονται οι Έλληνες: σαν ήρωας. Οι γενιές που θα ´ρθουν, θα με μνημονεύουν. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα πει και για μένα, όσα ειπώθηκαν για τους υπόλοιπους ήρωες της πατρίδας μου. Ο λαός μου, μέρος αναπόσπαστο του οποίου είμαι, θα συνεχίσει να υπάρχει στο διηνεκές του Χρόνου.

Δε νομίζω ότι θα συμβεί το ίδιο και με σένα, Γερμανέ.

Διαβάζω αρκετά, μελετών την Ιστορία. Δε θυμάμαι να αναφέρεσαι πουθενά ως ήρωας. Έχεις κάποιον Γερμανό ήρωα να μου θυμίσεις; Πόσα μωρά έσφαξε, πόσες γυναίκες βίασε για τη δόξα της Γερμανίας;

Στηρίζεσαι στη μάζα και τη μηχανική δύναμη. Στηρίζεσαι στην πειθαρχία. Όχι όμως όπως οι Ρωμαϊκές φάλαγγες, όχι όπως οι Μυρμιδόνες, όχι όπως οι Λακεδαιμόνιοι, όχι όπως η Ρώσικη Στρατιά του Στάλινγκραντ, όχι όπως οι γκρινιάρηδες του Βοναπάρτη. Κάθεσαι στη θέση σου μηχανικά, επειδή αυτό μόνο ξέρει να κάνει η φυλή σου. Αντίθετα με τον κινεζικό λαό, δεν περιορίζεις τα παιδιά σου, ώστε να είσαι αυτάρκης και ειρηνικός, αντεπεκτατικός. Οι δήθεν πολιτισμένες Χέλγκες, Αγγέλες και Μαργκερίτες σου φέρνουν στον κόσμο σαν τις κουνέλες εκατομμύρια Αριανά ανθρωπόμορφα ρομποτάκια, με μία ατταβιστική ορμή να τα κινεί: να γεμίσει ο κόσμος από βρωμερά ξανθομάλλικα γαλανομάτικα μπασταρδάκια, όλα για τη γραμμή παραγωγής, με κάλτσες μέσα από τα σανδάλια, χοιρινό λίπος λουκάνικου στη θέση της ψυχής και μπύρα για αίμα. Ο Ιούλιος έπρεπε να είχε ανασκολοπίσει μέχρι και τον τελευταίο από τη φάρα σου, οι καιροί ήσαν σκληροί και κανείς δε θα διαμαρτύρονταν και πολύ. Ίσως, σφάλλοντας, να σε θεώρησε είδος προς αυτοεξαφάνιση, σαν τα γενετικά απορρίμματα του Δαρβίνου, όργανο ίδιο κι απαράλλαχτο με τη σκωληκοειδή απόφυση: άχρηστο εδώ και εκατομμύρια χρόνια, αλλά πάντα εκεί, μέχρι την επείγουσα εγχείρηση επί περιτονίτιδος.

Ενίοτε δεν είσαι υπόθεση ρουτίνας. Δυο φορές έχεις κακοφορμίσει τόσο, που ο ασθενής σώθηκε μετά από μακρόχρονη και επίπονη επέμβαση. Αλλά ποτέ, δυστυχώς, το παγκόσμιο σώμα δε σε απέβαλε πλήρως, όπως θα έπρεπε με εξαμβλώματα σαν και την δική σου περίπτωση. Ναι, μην ξαφνιάζεσαι, Γερμανέ. Εσύ είσαι η περίπτωση της επιβεβλημένης γενοκτονίας, κι ας απεπειράθης να το πράξεις με τους Ρομ, με τους Εβραίους, με τους Ρώσους, με τους Έλληνες. Αν εσύ είχες εκλείψει από το πρόσωπο αυτής της γης, ο κόσμος δε θα είχε αιματοκυλιστεί δυο φορές στο παρελθόν, ο κόσμος ΣΗΜΕΡΑ δε θα βρισκόταν στο χείλος του γκρεμού και της απόγνωσης. 

Σου αναγνωρίζω κάτι βέβαια: Έχεις κατορθώσει στις απαρχές κάθε ύπουλης και απάνθρωπης προσπάθειάς σου να κατακτήσεις τον κόσμο, άγνωστο πώς, να μετέλθεις επιτυχώς κάθε δυνατό μέσον, ώστε να μη σε αντιληφθεί κανείς, έως ότου δυναμώσεις αρκετά. Ακόμη και οι λακέδες σου αντιλαμβάνονται το μέγεθος της απανθρωπιάς σου ετεροχρονισμένα, και πάλι όχι όλοι. 

Όπως είναι αδύνατο για τον ανθρώπινο νου να αντιληφθεί την πρακτική κυνηγιού της ύαινας, έως τη στιγμή της ενδελεχούς παρατήρησης, έτσι και στην περίπτωσή σου: ουδείς αντιλαμβάνεται το τόσο απλό και άψυχο όνειρό σου, εφάμιλλο της σκέψης της κατσαρίδας: Να εξαπλωθείς στον κόσμο ολάκερο, να υποδουλώσεις τους πάντες και τα πάντα, να χρησιμοποιήσεις την εργατική δύναμη κάθε σκλαβωμένου υποτελούς σου, προς όφελος και για τη δόξα της Αρίας σου Φυλής.

Γερμανέ, έχεις αποτύχει κάθε φορά που δοκίμασες να εφαρμόσεις το κατσαριδοσχέδιό σου. Δεν ξέρω τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά. Οι συνθήκες παραμένουν ίδιες, η παγκόσμια κοινότητα έχει πάψει να εξαρτάται από τη δική σου απαράμιλλη ποιότητα της βιομηχανικής παραγωγής των εργοστασίων σου. Με νύχια και με δόντια επιτέθηκες, όπου σε έπαιρνε - είπαμε, ήρωας δεν είσαι - σε όλα τα μερικώς εκβιομηχανισμένα κράτη. Δημιούργησες το ευρωμάρκο, ενώθηκες με τους ανατολικούς. Ιστορικά, αυτά οδηγούν σε πόλεμο. Το βλέπουν όλοι, αλλά αρνούνται να το παραδεχθούν.

Εγώ δεν το αρνούμαι. Και, ναι, αυτή τη στιγμή κυβερνώμαι από γερμανόφιλους, όπως κάποτε ο Μεταξάς του κατοπινού, όσο και ηρωικού "Όχι", της απαρχής του τέλους της δεύτερης απόπειράς σου.

Βλέπεις, Γερμανέ, δεν έχεις ελπίδα, όσο κι αν εγώ θα χάσω, από όσα δύσμοιρα θα συμβούν. Είμαι σαν τον Εβραίο, λαός περιούσιος, είσαι σαν τους Τατάρους, λαός καταδικασμένος να χαθεί, όσο κι αν ματοκυλίσεις τον κόσμο. 
Εσύ μάλιστα δεν έχεις Τζέγκις Χαν να σε διοικεί, μια χοντρή νοικοκυρά έχεις. Λες να σε έσερνε σε αυτήν σου τη νέα περιπέτεια κάποιος με ιστορική γνώση; Μερικές φορές ακόμη κι εγώ απορώ πώς γίνεται να σε σέρνει μια κολλημένη γερμανίδα μάνα. Αλλά μετά θυμάμαι: παιδί της είσαι, άξιο βλαστάρι της γερμανικής γης, όχι ρόδο, όχι αγκάθι, αλλά σαπρόφυτο.

Έχεις μια ευκαιρία ακόμη, Γερμανέ, να με καταστρέψεις. Θα χαθεί κι αυτή. Και ξέρεις πότε; Όταν πληρωθεί ο όρος που ο τίτλος του παρόντος πονήματος θέτει: Όταν ο φίλος μου κι εγώ, Έλληνας κι εκείνος, ξεπεράσουμε το πρόσκαιρο σύνδρομο του σημερινού μαλάκα.

Δε στο εξήγησα στην αρχή, ε; Ίσως άλλο περίμενες. Πού να καταλάβεις κι εσύ. Για να στο εξηγήσω λοιπόν τώρα:

Εμείς οι Έλληνες είμαστε χαβαλές λαός, αρκεί να μη μας πειράξεις. Είμαστε οκνηροί, απέχοντες από τα πολιτικά, αφού άλλοι θα κάνουν τη δουλειά, εισπνέουμε ήλιο κι εκπνέουμε θάλασσα, γενικώς είμαστε - εν καιρώ ειρήνης - μαλάκες. Και παραμένουμε μαλάκες, ώσπου να μας πειράξεις. Είδες τι έγινε στις τελευταίες εκλογές. Το ένα τρίτο του λαού μου δεν πήγε να ψηφίσει, κι ας καιγότανε η χοντρή σου κυρία και οι φίλοι της να πάρει το ευκταίο αποτέλεσμα.

Για πες, το πήρε; Εσύ τι λες;

Τι θα ψήφιζε το μαλακοτριαντατρία τοις εκατό του ελληνικού λαού; Εσύ τι λες;

Κάθε γραΐδιο, κάθε ξεκούτης που ξέρω, κάθε βλάκας βγήκε σα σαλιγκάρι στην έρημο, και πήγε και υπέκυψε στις διαταγές σου. Μέσα στα σχολεία μου, μέσα στους ναούς της φωτοτυπημένης γνώσης που μου επέβαλες.

Κανένας μαλάκας.

Εγώ θα σου εξηγήσω τώρα τον όρο "μαλάκας", σύμφωνα με το σήμερα:
Είναι ο Έλληνας που καταδυναστεύεται, αλλά δεν αντιδρά, είναι η αρνητική εκδοχή της κατά τα λοιπά ουδέτερης λέξης, η οποία πέρασε ως προστατευομένης ονομασίας προελεύσεως (Π.Ο.Π) και παραμένει αμετάφραστη στην Αστόρια, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο. Είναι η ίδια λέξη που λέγαμε έφηβοι ο ένας στον άλλο, πειρακτικά και περιπαικτικά, όταν κάτι πήγαινε να γίνει, αλλά δε γινόταν εντελώς εντελώς. Είναι η λέξη που συντροφεύει τον ταρίφα, τον ασθενή, τον εργάτη, το μικροπολιτικό, τον υπάλληλο, τον επαγγελματία, σε κάθε διεστραμμένη έκφανση της πραγματικότητας, την οποία ζούμε στην ομορφότερη χώρα στον κόσμο.

Τρία χρόνια τώρα.

Εξαιτίας εσού του ιδίου και της χοντρής νοικοκυράς.

Βοηθάνε και οι γερμανόφιλοι, αλλά αυτοί εξοστρακισθήσονται εν συντόμω - κι όχι ευθέτω - χρόνω.

Ξέρεις ποιος μαλάκας ήμουνα, πριν από σένα;

Ήμουν ο μαλάκας που θα σου άλλαζε την πίστη, που θα σε έριχνε για πλάκα στο Ρήνο, να φας τα απόσκατα της γοτθικής γης. Λοιπόν, αυτό θα γίνει και τώρα.

Γι’ αυτό λυπάμαι το λαό μου. 
Γιατί άλλος μαλάκας ήμουνα, κι άλλο μαλάκα με κατάντησες.

Έχε υπ' όψιν σου, Γερμανέ, ότι το μαλάκα που ήξερες τρία χρόνια τώρα, θα πρέπει να τον ξεχάσεις.

Και να φοβάσαι πολύ το μαλάκα που έχεις μπροστά σου, γιατί είναι παλαιάς κοπής.

(ΣτΥ, δανεισμένη από τη wikipedia, και πες μου εσύ τώρα, φίλε αναγνώστη, πού κολλάει ο δήθεν ελεγειακός, ποιητικός μου οίστρος.)
Στην αρχαιότητα ελεγεία χαρακτηριζόταν κάθε ποίημα που αναπτυσσόταν σε δίστιχα. Πατρίδα της ελεγείας είναι η αρχαία Ελλάδα.
Αρχικά ο όρος ελεγεία εκ του έλεγος σήμαινε θρησκευτικό άσμα σε μορφή δίστιχου ποιήματος. Αργότερα σήμαινε εκείνη την Ωδή της οποίας ο πρώτος στίχος ήταν δακτυλικός εξάμετρος (αποτελούμενος από δύο ακατάληκτες τριποδίες) και ο δεύτερος δακτυλικός πεντάμετρος, (αποτελούμενος από δύο καταληκτικές τριποδίες) λεγόμενα "ελεγειακά ποιήματα", καταλήγοντας έτσι και σε χαρακτηρισμό ποιητικού μέτρου. Χαρακτηριστικότερο, κλασικό παράδειγμα ελεγείας αποτελεί το περίφημο επίγραμμα των πεσόντων Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες που συνέγραψε ο Σιμωνίδης ο Κείος:

Ὦ ξεῖν', ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε
κείμεθα, τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι.

Οι ελεγείες εξέφραζαν διάφορα συναισθήματα, από την καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων, έτσι διακρίνονταν, ανάλογα αυτών, σε:
Πολεμικές ελεγείες, που αποκαλούντο και θούρια, αγάπης, λύπης, διδακτικές, με τις οποίες μεταδίδονταν φιλοσοφικές ιδέες, ελεγείες σοφιστικές, που περιείχαν αποφθέγματα, θριαμβικές, με έντονο πολιτικό χαρακτήρα κ.ά.
Γενικά οι ελεγείες στην αρχαία Ελλάδα απαγγέλλονταν με συνοδεία αυλητών.
Στην ελληνιστική περίοδο οι ελεγείες, αν και διατήρησαν τη μορφή τους, εμπλουτίστηκαν έντονα, ιδίως από τους Αλεξανδρινούς ποιητές, με θέματα από την Ελληνική Μυθολογία, χάνοντας έτσι τον παλαιότερο χαρακτήρα τους.
Στη Ρωμαϊκή περίοδο οι ελεγείες συνεχίστηκαν από εξαίρετους Λατίνους ποιητές οι οποίοι επανέφεραν το είδος αυτό στον αρχικό του χαρακτήρα.
Κατά το Μεσαίωνα η ελεγεία έχει ήδη λάβει τον χαρακτήρα της έκφρασης του ερωτικού πάθους και περισσότερο της ερωτικής απογοήτευσης. Πολλοί θεωρούν τον μεσαιωνικό θρήνο ως συνέχεια της ελεγείας. Με την εμφάνιση όμως του ουμανισμού που εμπνεόταν από την αρχαία ποίηση, η ελεγεία αρχίζει μια έντονη αρχαιοπρεπής επιστροφή στον αρχαίο λυρισμό. Έργα σπουδαίων ποιητών αποτελούν σταθμούς της εξέλιξης της ελεγείας στους νεότερους αιώνες, ειδικότερα στη γαλλική και περισσότερο στην αγγλική και γερμανική λογοτεχνία, όπου άρχισε να δίνει τη θέση της στο σύγχρονο λυρισμό.

Στη νεότερη Ελλάδα διαπιστώνεται με έκπληξη η διατήρηση της ελεγείας μέσα στο δημοτικό τραγούδι. Στη νεοελληνική λογοτεχνία - ποίηση, του 19ου και του 20ου αιώνα την ελεγεία εκπροσώπησαν με τα έργα τους οι Διονύσιος Σολωμός, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Κωστής Παλαμάς, Καρυωτάκης κ.ά., ενώ ο Καβάφης ακολούθησε μάλλον τους απόηχους του ποιητικού αυτού είδους.

… κατάλαβες, μαλάκα μου;
* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »