Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Είμαι βλάκας. Όχι ανόητος, βλάκας. Όχι ηλίθιος, βλάκας.

Έχω τη δυνατότητα να σωθώ και δεν προσπαθώ. Το λέω κάθε μέρα που ξημερώνει και κάθε νύχτα που έρχεται στον εαυτό μου, κρυφά μονολογώντας πριν πέσω να κοιμηθώ.

Η γυναίκα μου δε με ρωτάει πια. Μπορεί να κάνει το ίδιο και να μην της δίνω σημασία. Πιστεύω ακόμη, αλλά λιγότερο πια, ότι μπορώ να πετύχω την απεμπλοκή, αλλά φυγοπονώ και κωλυσιεργώ, θέτω τον εαυτό μου σε κατάσταση αργίας.

Φυλάω τα νώτα μου, λέω στον εαυτό μου, αλλά στην πραγματικότητα τρέμω. Τρέμω την επόμενη μέρα και σκιάζομαι σε κάθε «μπου». Με τρομάζουν οι λέξεις και οι δηλώσεις, βρίσκομαι σε πραγματική απόγνωση και κατάσταση πανικού.

Έχω φτωχύνει έως τα όρια της πραγματικής φτώχειας. Έχουν περάσει κιόλας τρία χρόνια από την τελευταία ημέρα που θυμάμαι να είμαι πραγματικά ανέμελος. Τότε είχα δουλειά, σπίτι, αυτοκίνητο, έκανα διακοπές, τα παιδιά μου είχαν όλα, όσα χρειάζονταν, χωρίς κανένας να βαρυγκωμά.

Τα δάνεια έβγαιναν, οι υποχρεώσεις καλύπτονταν. Ζήλευα κάτι και το έβαζα στο πρόγραμμα και στη χειρότερη το έπαιρνα τον επόμενο μήνα. Ζήλευα κι άλλα, ελαφρά μόνο έξω από τις δυνάμεις μου. Εκείνα έμπαιναν στο ετήσιο πρόγραμμα. Κάτι πιο καλό, κάτι πιο ακριβό.

Έπαιρνα δώρα στη γυναίκα μου, ψώνιζα στα παιδιά μου μικρά πραγματάκια, παιχνιδάκια που εγώ δεν είχα σαν παιδί και χαιρόμουν πιο πολύ εγώ από εκείνα.

Δούλευα αρκετές ώρες, είναι αλήθεια, αλλά το μεροκάματο έβγαινε. Τα παιδιά με ζητούσαν βέβαια, αλλά όχι επιτακτικά, όχι σαν να ήμουν συνεχώς απών. Σήμερα είμαι στο σπίτι περισσότερες ώρες, αλλά τα παιδιά δε θέλουν καθόλου να φύγω. Όταν όμως είμαι στο σπίτι, δε μου δίνουν σημασία. Συχνά πυκνά με ρωτάνε πότε θα τους πάρω παιχνίδια «όπως παλιά».

Δε με παίρνουν πάντα τα κλάματα, ώστε να κρυφτώ στο άλλο δωμάτιο, για να μη με δουν. Έχω μάθει πια να το κρύβω κάτω από το προσωπείο του βλοσυρού μου εαυτού.

Δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Θυμώνω με τα μικρά, αδιαφορώ για τα μεγάλα. Παλιότερα είχα κριτική στάση απέναντι στα πράγματα, παρακολουθούσα τις εξελίξεις, διάβαζα εφημερίδα. Κάποια στιγμή διαπίστωσα ότι με κούραζε όλο αυτό το πλήθος των ειδήσεων, άρχισα να αποστασιοποιούμαι. Τόσα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά εγώ σαν να είχα κορεστεί.

Στη συνέχεια έγινα πιο δηκτικός, αρνητικός, γιατί, όπως διαπίστωσα, δεν ήταν πραγματικά ενδιαφέρον να ασχολούμαι με τα δράματα στις εσχατιές του κόσμου, με καταστροφικά καιρικά φαινόμενα, φωτιές, σεισμούς, είδη προς εξαφάνιση και μετατοπίσεις του άξονα της γης, οι οποίες θα οδηγήσουν τον πλανήτη με μαθηματική ακρίβεια στο τέλος του το δύο χιλιάδες πεντακόσια κάτι.

Είχα δικά μου πράγματα να σκεφτώ και πιο κοντινά προβλήματα να επιλύσω. Όμως οι φυλλάδες συνέχιζαν να με βομβαρδίζουν με συνονθυλεύματα από θέματα από τη λαμπερή Αθηναϊκή νύχτα και των εγχώριων αστέρων, με προβλήματα των ασιατικών χωρών και το ζήτημα του θερμοκηπίου, με χολυγουντιανές εικόνες και θηρία της Γης του Πυρός.

Πουθενά δεν έβρισκα, όπως παλιά, τα παραδοσιακά θέματα της πολιτικής, πουθενά δεν έβρισκα απαντήσεις για τις στάσεις κι ενστάσεις και αντεγκλήσεις των Υπουργών, πουθενά δεν έβρισκα τίποτε που να συνιστά πρόταση λύσης. Μόνο άσχετα και φόβο.

Σταμάτησα να διαβάζω εφημερίδα. Στράφηκα στο διαδίκτυο, στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και τα ιστολόγια. Ένας εύκολος υπολογισμός μου έδωσε και μια επιπρόσθετη δικαιολογητική βάση: Τις παλιές ημέρες ξόδευα τουλάχιστον 100 ευρώ το μήνα σε εφημερίδες και τώρα αυτά τα 100 δεν τα είχα, χρειάζονταν για το γιατρό για τα μικρά.

Στο διαδίκτυο στην αρχή βρήκα την υγειά μου. Επιτέλους, κάποιος που έλεγε τα πράγματα με τα’ όνομά τους! Και μάλιστα, όχι ένας, πολλοί! Βέβαια διαφωνούσα με αρκετούς, αλλά και πάλι, η πολυφωνία ήταν αναζωογονητική. Και τα greenglish με ενοχλούσαν, αλλά κανείς δε μπορεί να επιβάλει σε ένα ελεύθερο μέσο κανόνες, ούτε καν τους ορθογραφικούς.

«Κι αν γράφονταν σε Σουαχίλι», έλεγα στον εαυτό μου «θα είχε κάποια διαφορά; Τότε δε θα τα διάβαζα καθόλου, οπότε κι έτσι καλά είναι».

Και η ανορθογραφία με ενοχλούσε, αλλά δεν έφταιγε ο καταπτοημένος, εξοργισμένος κι εξοντωμένος ανθρωπάκος που ήθελε να πει τη γνώμη του και να διαμαρτυρηθεί, που δεν ήξερε γραμματική και συντακτικό και ετυμολογίες και ρίζες και παράγωγα και όλα αυτά που εγώ ο γραμματιζούμενος ξέρω.

Ορμώμενος από την παραπάνω σκέψη όμως, άρχισα να γίνομαι επικριτικός και με τον τυχαίο ανθρωπάκο, ο οποίος δεν ήξερε ούτε τη γνώμη του να γράφει καλά. Και άρχισα να ψάχνω εκείνους, οι οποίοι ήξεραν τουλάχιστον να συντάξουν μια πρόταση. Έπεσα πάλι στην παραδοσιακή δημοσιογραφία. Όσον καιρό είχα εγκαταλείψει τις φυλλάδες, είχαν μεταστραφεί κι εκείνες, προδήλως εις άγραν του κοινού τους, στα ιστολόγια. Έγραφε όποιος ήξερα από παλιά! Νέος ενθουσιασμός, διάβαζα ξανά εφημερίδες δωρεάν! Κόλλησα έτσι και πάλι στις φοβίες και τα άσχετα, αλλά πλέον έμεινα στις φοβίες, γιατί τα άσχετα - από επιλογή – τα εξεδίωξα από τις προτιμήσεις μου.

Μια παραδοξότητα, την οποία αντελήφθην, ήταν η εξής: Κάθε φορά που ένα πραγματικά καλό άρθρο γραφόταν κάπου, είτε σε «σοβαρό» ιστολόγιο είτε σε κάποιο μικρό και «ανώνυμο» με τους τρέχοντες όρους, έβρισκα από κάτω του ένα σωρό από εκείνα τα ενοχλητικά ανορθόγραφα, γραμμένα σε grenglish, προσβλητικά σχόλια, τα οποία, όχι μόνον έκαναν την ανάγνωση κουραστική, αλλά και «ανέβαζαν» το κεντρικό άρθρο στη σελίδα, με αποτέλεσμα να μην το βρίσκει κανείς εύκολα. Δεν έδωσα αρκετή σημασία στην αρχή, αλλά μετά μου φάνηκε ότι γινόταν επίτηδες, για κάποιο λόγο, άγνωστο σε μένα.

Μετά παρατήρησα τις ομοιότητες στα ψευδώνυμα, μετά τις ίδιες ανορθογραφίες. Σαν κάποιος να έψαχνε τα ενδιαφέροντα και τα σημαντικά και στη συνέχεια να τα «κατέστρεφε» με τις ασχημόνιες του.

Μια άλλη διαπίστωση, στην οποία προέβην, ήταν η απουσία «πραγματικών» διαμαρτυριών και πολιτικών διαπραγματεύσεων, παρεμβάσεων, εμπλοκών. Σαν όλος ο κόσμος, εμού συμπεριλαμβανομένου, να είχαμε κολλήσει στα ιστολόγια παρακολουθώντας τις εξελίξεις, οι οποίες έτρεχαν εις βάρος μας. Το Σύνταγμα είχε αδειάσει, αυτό είναι βέβαιο. Και οι συζητήσεις είχαν πάψει από καιρό, αυτό τώρα το αντιλαμβανόμουνα. Έμενε μόνο η ανάρτηση, το σχόλιο, η ηλεκτρονική διαμαρτυρία, το ηλεκτρονικό παράπονο, ο φόβος, η οργή, ο φόβος πάλι.

Με παραξένεψε και η απουσία ύπαρξης μιας – οποιασδήποτε – «τρομοκρατικής» επαναστατικής ομάδας – οργάνωσης, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να έλεγε ένα άτσαλο, αντιδημοκρατικό, καταδικαστέο, τυφλό «όχι».

Θυμόμουν παλιότερα τις φράξιες και τις οργανώσεις που λυμαίνονταν αυτόν το βαθύτατα δημοκρατικό τόπο και τους πολιτικούς που καταδίκαζαν όλες εκείνες τις βάναυσες επιθέσεις στη Δημοκρατία μας και τη λαϊκή αποδοκιμασία και τις εμβριθείς αναλύσεις των σκωπτικότατων δημοσιογράφων, οι οποίοι αναρωτώντο «πού πάει αυτός ο τόπος» και τις μυστικές υπηρεσίες που έψαχναν και ξαναέψαχναν και τίποτε δεν έβρισκαν, και ούτω καθ’ εξής. Τίποτε. Σιγή. Παράδοξο.

Βίωσα μια περιπέτεια πρόσφατα. Τη θεώρησα εθνικού ενδιαφέροντος. Διπλές εκλογές, αταξία, ακυβερνησία. Έτσι έλεγαν όλοι δηλαδή, και τα ιστολόγια. Πού και πού πετόταν και κάποιος, από αυτούς που παρακολουθούσα πλέον ανελλιπώς, που έλεγε ότι ίσως το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο, ότι το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο.

Ότι μας επιφυλάσσεται μοίρα προτεκτοράτου, ότι βρισκόμαστε στο στόχαστρο μιας ομάδας ισχυρών, οι οποίοι επιθυμούν για μας τη μοίρα των λαών της Μαύρης Ηπείρου ή της γης της Ασίας. Αλλά το βασικό μέλημα όλων ήταν η τοπική ακυβερνησία.

Με τη σειρά μου κώφευσα στις κραυγές των μεμονωμένων. Βίωσα και πάλι το φόβο. Δεν ανήκα ποτέ στους οργανωμένους κομματικά, γι’ αυτό ίσως και δεν είδα ποτέ ορατά οφέλη από τις κορώνες των πολιτικών. Δεν υπήρξα ποτέ ακραίος, οπότε δεν είχα λόγο να κοιτάξω και τέρμα δεξιά ή τέρμα αριστερά. Είχα κάνει και το κομμάτι μου με το να τιμωρήσω τις παραδοσιακές δυνάμεις εξουσίας στις εκλογές του Μαΐου.

Ένιωσα ότι έπρεπε να υπακούσω. Δεν ήθελα, αλλά ένιωσα ότι έπρεπε. Οι φυλλάδες έκαναν αναπαραγωγή τα ευρωπαϊκά «θέλω». Στον πρώην κυβερνητικό χώρο, ο οποίος είχε φέρει – κατά τα λεγόμενα - μόνος του τη χώρα σε αυτό το επίπεδο, δεν ήθελα να δείξω προτίμηση. Έμενε η μόνη σώφρων λύση:
Να πάω με τα νερά τους.

Πήγα. Με βαριά καρδιά, αλλά πήγα. Είχα, μάλιστα, την εντύπωση ότι ήμουν μόνος εγώ που πήγα κατά κει. Κι όμως – και πάλι – έσφαλα. Όχι μόνο δεν ήμουν μόνος, αλλά «νίκησα» κιόλας.

Νίκησα. Μεγάλη κουβέντα. Ο φίλος μου ο ψυχίατρος που δε μου παίρνει χρήματα, γιατί ανήκει σε μια οργάνωση αφιλοκερδή για ανθρώπους που βιώνουν τα δικά μου προβλήματα, μου είπε ότι πάσχω από κάποιο σύνδρομο καταπίεσης, το οποίο έχει όχι οικονομικό, αλλά κοινωνικό υπόβαθρο. Βάραθρο το λέω εγώ, αλλά ας όψεται.

Μετά τη συνάντηση - συνεδρία είχα μια αναλαμπή: Το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν απαράλλαχτο με εκείνο του Μαΐου. Άλλαξαν μόνο τα ποσοστά. Νικώντας δηλαδή τον Ιούνιο δεν έκανα τίποτε άλλο από το να ξανανικήσω, αλλά περισσότερο αυτή τη φορά.

Έβαλα με το μυαλό μου ότι κάτι τέτοιο μάλλον ήταν υποχρεωτικό, γιατί λίγη νίκη ίσον καθόλου νίκη. Όμως αυτό δεν έβγαζε καθόλου νόημα. Λίγη ή πολλή, το πρόβλημα ανάμεσα στις δύο εκλογές ήταν η ακυβερνησία. Όση και να ήταν η νίκη του Μαΐου, θα έπρεπε να είχε σχηματιστεί κυβέρνηση. Αλλά δε σχηματίστηκε κι εγώ, θυμάμαι, είχα φοβηθεί πολύ.

Σήμερα μόλις κάτι πήρε το αυτί μου για κάτι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες. Προχθές έγινε μια κουβέντα για την ανάγκη της Δημοκρατίας να μετασχηματιστεί. Κάποιοι πιο εριστικοί αναφέρονται με ζέση στον παλαιό αφορισμό «ε, ρε, χούντα που μας χρειάζεται».

Ένας φίλος, βασιλικός από τα γενοφάσκια λόγω καταγωγής, αναφέρθηκε στην «πριγκίπισσα Ειρήνη των Ελλήνων» ως τη μόνη λύση. Από την πλευρά μου δεν έχω άποψη. Φοβάμαι κιόλας. Έχω ακούσει ότι η βασιλεία δεν είναι και τόσο κακή, η Ισπανία έχει βασίλισσα και μάλιστα την αδελφή της Ειρήνης. Έχω ακούσει κι ότι ο τέως βασιλιάς έχει σπουδαίους και ισχυρούς υποστηρικτές στο Λονδίνο κι ότι ακόμη και το «Αθήνα 2004» δε θα γινόταν, αν δεν είχε βάλει το χεράκι του, τιμής ένεκεν για τη χώρα που κάποτε κυβέρνησε.

Διάβασα κάπου ότι έχουμε υπαχθεί στο αγγλικό δίκαιο. Δεν ξέρω τι θα πει αυτό, τα μόνα νομικά που γνωρίζω καλά είναι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας και το χριστιανικό «ου φονεύσεις». Α, και τα της δουλειάς, αλλά οι νόμοι έχουν αλλάξει και σε αυτό και πρέπει να κάνω ρύθμιση σύντομα. Πάλι φοβήθηκα τώρα, κι ας πήρε παράταση, από ό,τι άκουσα.

Άκουσα και για έναν εφοπλιστή, ο οποίος αγοράζει στην Αμερική το ελληνικό χρέος και το διαγράφει για τρεις χιλιάδες το κομμάτι, ενώ εδώ το ξεπληρώνουμε για είκοσι τέσσερις χιλιάδες, οχτώ φορές πάνω. Αυτό πάλι δεν το κατάλαβα και τόσο. Αν είναι τόσο εύκολο να ξεπληρωθεί το χρέος οχτώ φορές κάτω, γιατί δεν το κάνουμε, γιατί δεν το κάνει η κυβέρνηση; Δεν ξέρω και πολύ φοβάμαι.

Το θεωρώ σημαδιακό.


Διαβάστε Περισσότερα »

Ε.Ο.Ζ. ή ΠΡΟΤΕΚΤΟΡΑΤΟ; *

Η ΕΟΖ (Ειδική Οικονομική Ζώνη) είναι μια γεωγραφική περιοχή, όπου οι οικονομικοί όροι λειτουργίας, το εργασιακό καθεστώς και ο τρόπος διοίκησης δεν υπόκεινται στη εθνική νομοθεσία. Η δημιουργία τους αποσκοπεί στο να υποδεχτούν ξένες επενδύσεις ή να συγκεντρώσουν δραστηριότητες οικονομικές υπό ειδικό προνομιακό καθεστώς φορολογικής, εργασιακής και διοικητικής ασυλίας.
Ας ξεχάσουμε όμως για λίγο την έννοια ΕΟΖ.
Ας μιλήσουμε για Προτεκτοράτο.
Σε ποιες περιοχές εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσε να δημιουργηθεί προτεκτοράτο;
Θα μπορούσε να δημιουργηθεί εκεί όπου ο λαός έχει εξαθλιωθεί και ο μισθός είναι πάρα πολύ χαμηλός. Όπως δηλαδή συμβαίνει στην Ελλάδα. Επομένως ή στα νησιά που περιβάλλονται από διεθνή ύδατα ή στα βόρεια σύνορά μας.
Μέχρι τώρα βόρεια σύνορα θεωρούσαμε μόνο τον Έβρο. Στην πραγματικότητα βόρεια σύνορα είναι από την Θεσπρωτία ως και τον Έβρο. Οι νομοί που βρίσκονται στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή γειτνιάζουν με περιοχές που έχουν τα ίδια μισθολογικά χαρακτηριστικά με εμάς (ήταν ρητός στόχος του μνημονίου) επομένως μπορούν να αξιοποιηθούν ως προτεκτοράτο.
Σήμερα που μιλάμε έχει πουληθεί η «Δωδώνη» αλλά και η «Εγνατία Οδός». Η Εγνατία είναι ο δρόμος εκείνος που διασχίζει όλους τους νομούς των βορείων συνόρων μας εξασφαλίζοντας την ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων που θα παράγονται στις περιοχές αυτές και θα μεταφέρονται στις χώρες της ΕΕ χωρίς μεσολάβηση ελληνικού τελωνείου. Γι’ αυτό και στα σύνορα. Επιπροσθέτως οι κύριες πλουτοπαρωγικές πηγές της χώρας όπως λιγνίτης (ενέργεια), πετρέλαιο (καναδική εταιρεία έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον), χρυσός (ορυχεία Χαλκιδικής) βρίσκονται στις περιοχές των βορείων συνόρων μας.
Στις περιοχές όμως αυτές υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Η Εκκλησία, η οποία έχει στην ιδιοκτησία της περιουσιακά στοιχεία, γη και κληροδοτήματα. Η ιδιαιτερότητα έγκειται στο ότι η μητροπόλεις των περιοχών αυτών υπάγονται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και όχι στην Εκκλησία της Ελλάδας. Αυτό σημαίνει ότι υπόκεινται σε ένα διαφορετικό νομικό πλαίσιο από το ελληνικό δίκαιο ή το δίκαιο που έχει επιβληθεί στη χώρα μας λόγω μνημονίου.
Εφόσον δεν ταυτίζεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εντός του ελληνικού δημοσίου περιουσιών και της εκκλησιαστικής περιουσίας ώστε να μην μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 17, παράγραφος 4 του Συντάγματος (αναγκαστικές απαλλοτριώσεις υπέρ του δημοσίου), συνεπάγεται ότι ΕΟΖ δεν μπορούν να δημιουργηθούν όπως τουλάχιστον το παρουσιάζει ο κύριος Χατζηδάκης.
Ο κύριος Χατζηδάκης φυσικά και γνωρίζει τους περιορισμούς αυτούς. Γι΄ αυτό και συνάντησε πρόσφατα τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδας κκ Ιερώνυμο ο οποίος και δήλωσε ότι θα βοηθήσει από την πλευρά του για την έξοδο από την κρίση. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι δηλώσεις του μητροπολίτη Αλεξανδρούπολης. Τέλος να τονίσω ότι πολύ πρόσφατα στις 5/10/2012, εξελέγη ως νέος μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης ο υποψήφιος που υποστηριζόταν από τον Αρχιεπίσκοπο.
Αν η Εκκλησία θελήσει, χάριν του εθνικού συμφέροντος, να παραχωρήσει προς εκμετάλλευση (έναντι ποιου αντιτίμου;) τις εκκλησιαστικές γαίες τότε δεν θα έχουμε ΕΟΖ αλλά Προτεκτοράτο.

*Tων Θάνου Αθανασιάδη & Κωνσταντίνου Νάκκα
(Δημοσιεύθηκε στην ομάδα Fill The GAP στις 23 Οκτωβρίου 2012,
https://www.facebook.com/groups/425598577486995)
Διαβάστε Περισσότερα »

Νόμιμη Βία

«Είμαι βουλευτής του ελληνικού Κοινοβουλίου. Νιώθω ότι κάτι αλλάζει. Νιώθω ότι εκπροσωπώ περισσότερους απόψε. Νιώθω το βάρος να μοιράζεται. Νιώθω υπερήφανος για τους άοπλους συμπολίτες μου. Κι όταν όλα τα όπλα θα σταματήσουν να σφαγιάζουν το δίκαιο, θα νιώσω αληθινός εκπρόσωπος του κράτους. Ως τότε, άοπλος κι εγώ, θα συνεχίζω να μάχομαι τον δράκο».



Στο μυαλό του Κώστα Μπάρκα*

*του Θάνου Αθανασιάδη


Έχοντας περάσει σε προσωπικό επίπεδο «στην άλλη πλευρά», θεωρώ υποχρέωσή μου να δώσω τη δική μου εξήγηση για κάποια πράγματα.
Αυτή η άλλη πλευρά, η πλευρά της βουλευτικής ιδιότητας, αντιδιαστελλόμενη την ιδιότητα του «απλού πολίτη», φαινομενικά με καθιστά απρόσβλητο στην κρατική νόμιμη βία, αφού και εγώ είμαι κράτος, και εγώ συμμετέχω στο νομοθετικό έργο, και εγώ απολαμβάνω του προνομίου της ασυλίας.
Αυτό το προνόμιο δεν το έχει ο απλός πολίτης στις Σκουριές. Εκείνος, αν διαμαρτυρηθεί στη θέα τους καταστροφής της πατρογονικής του γης, θα αντιμετωπιστεί με κρατική βία. Νόμιμη, αφού το κράτος έχει το δικαίωμα.
Για την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος του κράτους υπάρχει η αστυνομία. Αυτή θα προστατέψει εμένα, αν ο απλός πολίτης αποπειραθεί να με προπηλακίσει, αν κάποιος που δεν απολαμβάνει των προνομίων μου, αποφασίσει ότι δεν εκτελώ σωστά τα καθήκοντα που μου ανατέθηκαν από τόσες χιλιάδες ανθρώπων - απλών πολιτών με δικαίωμα ψήφου, μέσα σε ένα πολίτευμα που θέλει να λέγεται Δημοκρατία. Αυτό εξάλλου ορίζεται από το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους.

Είναι έτσι;

Μου συνέβη πολύ πρόσφατα να προπηλακισθώ από την αστυνομία. Από απρόσωπους μασκοφόρους, οπλισμένους, αμίλητους, έμβια δίποδα «όργανα που εκτελούσαν εντολές ανωτέρων».
Ποιοι ήσαν οι ανώτεροι αυτοί; Κάποιοι άλλοι βουλευτές ίσως; Ο κ. πρωθυπουργός ίσως; Ο κ. υπουργός με τον ευφημισμό του προστατεύοντος τον πολίτη; Δεν είμαι εγώ ο προνομιούχος χάρη στις ψήφους χιλιάδων πολιτών, ισότιμος με εκείνους - τους εντολείς; Δεν απολαμβάνω ασυλίας; Ή δεν έτυχε εκείνη την ημέρα;
Συμβαίνει κάτι εντελώς παράδοξο, πιστεύω, στις μέρες που ζούμε. Αν κάποτε, προ πενταετίας, επί παραδείγματι, η βουλευτική ιδιότητα θα με έκανε να νιώθω τρεις φορές πιο περήφανος που επελέγην από τον ελληνικό λαό, σήμερα με κάνει να νιώθω πέντε φορές το βάρος που θα ένιωθα τότε.
Σήμερα ο ελληνικός λαός προπηλακίζεται μαζί μου. Σήμερα εγώ νιώθω ότι κάθε ραβδισμός, κάθε κλωτσιά, χτυπάει εμένα. Σήμερα νιώθω ότι κάθε ανοιγμένο κεφάλι, κάθε σπασμένο, μωλωπισμένο, τσακισμένο ανθρώπινο μέλος κάποιου ανώνυμου -μη προνομιούχου- συμπολίτη μου είναι το δικό μου.
Σήμερα συμβαίνει και κάτι άλλο. Ο κόσμος γύρω μου είναι ψυχικά διαλυμένος. Η αστυνομία συνεχίζει να εκτελεί «διαταγές ανωτέρων», που δεν είμαι εγώ, ερήμην τους δικής τους ψυχολογικής κατάστασης.
Βλέπετε, ακόμη κι εκείνα τα υπάκουα δίποδα μασκοφόρα οπλισμένα εργαλεία της επιβολής κάποια στιγμή βγάζουν τη μάσκα, αφήνουν το όπλο, πετάνε την αρματωσιά που τους χορήγησε το κράτος και γίνονται τα διαλυμένα ανθρωπάκια της διπλανής πόρτας, άνθρωποι που ζουν με 500 ευρώ τις φαμίλιες τους και δέρνουν ανθρώπους για να τα πάρουν.
Ξέρω καλά ότι υπάρχουν κι εκείνοι που βρίσκουν σαδιστική ευχαρίστηση σε αυτό το έργο, αλλά υπάρχουν φορές που συναισθάνομαι το προσωπικό κενό κάθε ερμηνείας και έννοιας, δράμα αυτών των υποτακτικών των εντολέων της νόμιμης κρατικής βίας.
Αλλά σήμερα κάποιοι ακόμη αγωνίζονται απέναντι σε αυτό το τυφλό μένος. Σήμερα στις Σκουριές κάποιοι άοπλοι πολίτες αντιμετωπίζουν τον δράκο με τα χέρια. Ο δράκος ξεσκίζει σάρκες και ξεριζώνει δέντρα, ξεθεμελιώνει σπίτια, αλλά αυτοί οι λίγοι συνεχίζουν. Και συνεχίζουν ώσπου ο δράκος να τα παρατήσει και να φύγει. Και δεν θρηνούν νεκρούς, επειδή ο αγώνας δεν γίνεται να σταματήσει.
Αυτοί οι άοπλοι σήμερα χτύπησαν δυνατά. Όχι με στυλιάρια, όχι με καδρόνια, όχι με μίσος. Χτύπησαν δυνατά την κερκόπορτα των ψυχών της Ελληνικής Αστυνομίας. Με το απελπισμένο θάρρος τους, με τον υπέρ πάντων αγώνα τους. Με την αξιοπρέπεια που έχει ο δίκαιος. Σήμερα η Ελληνική Αστυνομία δήλωσε ότι το θέμα με τους διαμαρτυρίες των κατοίκων για το μεταλλείο χρυσού δεν χρειάζεται αστυνομική αντιμετώπιση.
Η Ένωση Αστυνομικών Χαλκιδικής και η Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων Θεσσαλονίκης, μια χούφτα οπλισμένων οργάνων της νόμιμης κρατικής βίας, δήλωσε ότι οι άνθρωποι απέναντι στους οποίους τοποθετούνται για να διαλύσουν, δεν θα έπρεπε να είναι ο στόχος. Ότι οι μαχόμενοι τον δράκο δεν θα έπρεπε να τυγχάνουν κρατικής βίας και καταστολής. Ότι οι δίκαιοι δεν είναι δυνατόν να εξοντώνονται κατόπιν εντολών ανωτέρων.

Είμαι βουλευτής του ελληνικού Κοινοβουλίου. Νιώθω ότι κάτι αλλάζει. Νιώθω ότι εκπροσωπώ περισσότερους απόψε. Νιώθω το βάρος να μοιράζεται. Νιώθω υπερήφανος για τους άοπλους συμπολίτες μου. Κι όταν όλα τα όπλα θα σταματήσουν να σφαγιάζουν το δίκαιο, θα νιώσω αληθινός εκπρόσωπος του κράτους. Ως τότε, άοπλος κι εγώ, θα συνεχίζω να μάχομαι τον δράκο.

Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Τα χρόνια της ντροπής – Ελλάς Ελλήνων; *


Ελλάς Ελλήνων χριστιανών.
Ελλάς Ελλήνων φασιστών.
Ελλάς Ελλήνων σοσιαλιστών.
Ελλάς Ελλήνων δεξιών.
Ελλάς Ελλήνων κομμουνιστών.
Ελλάς Ελλήνων αριστερών.
Ελλάς Ελλήνων αναρχικών.
Ελλάς Ελλήνων αστυνομικών.
Ελλάς Ελλήνων κληρικών.
Ελλάς Ελλήνων εκπαιδευτικών.
Ελλάς Ελλήνων πανεπιστημιακών.
Ελλάς Ελλήνων δικαστικών.
Ελλάς Ελλήνων αγροτών.
Ελλάς Ελλήνων νοικοκυρών.
Ελλάς Ελλήνων επιχειρηματιών.

Έλληνες ελληνικών κατηγοριών.

Διαίρει και βασίλευε.

Όλοι Έλληνες;
Όλοι για την Ελλάδα;
Όλα για την Ελλάδα;

Κυβέρνηση δεξιά.
Κυβέρνηση σοσιαλιστική.
Κυβέρνηση αριστερή.
Κυβέρνηση κομμουνιστική.
Κυβέρνηση ανεξάρτητη.
Κυβέρνηση συνευθύνης.
Κυβέρνηση ειδικού σκοπού.
Κυβέρνηση συνεργασίας.
Κυβέρνηση για την Ελλάδα.
Κυβέρνηση για τους Έλληνες.

Ποια Ελλάδα;
Ποιοι Έλληνες;

Λέξεις, λέξεις, λέξεις... Όλο λέξεις. Κυβέρνηση, δεξιά, σοσιαλισμός, αριστερά, κομμουνισμός. Σκοπός είναι η κυβέρνηση; Σκοπός είναι η δεξιά, αριστερή, σοσιαλιστική, κομμουνιστική κυβέρνηση; Και η κυβερνητική πολιτική υπέρ του Ελληνικού Λαού; Ποιος θα μιλήσει για κυβερνητική πολιτική υπέρ των συμφερόντων των Ελλήνων; Όλων των Ελλήνων. Γιατί πάνω από όλα και πριν από όλα γεννηθήκαμε Έλληνες. Είμαστε Έλληνες πολίτες.

Όλοι οι Έλληνες, από την πλευρά τους, αγωνιούν για την Ελλάδα. Για την επιβίωση της. Για το μέλλον της. Για τα «παιδιά της». Όλοι έχουν την δική τους πρόταση για τη λύση του προβλήματος στο οποίο έχουμε εγκλωβιστεί. Λύση που, όπως είναι φυσικό, έχει στο κέντρο της τα «συμφέροντα» της «κατηγορίας» στην οποία είναι ενταγμένοι.

Είναι όμως το «άθροισμα των μερών» μεγαλύτερο από το σύνολο που αυτά τα μέρη αποτελούν;
Είναι η Ελλάδα άθροισμα των διαφόρων «κατηγοριών» που την αποτελούν; Ή μήπως είναι κάτι περισσότερο;

Ποτέ το άθροισμα των μερών δεν είναι μεγαλύτερο από το σύνολο που τα ίδια μέρη δημιουργούν. Πάντα στο σύνολο υπάρχουν «σχέσεις». Υπάρχουν «δεσμοί». Υπάρχει «συλλογική συνείδηση». Υπάρχει «ιστορία». Υπάρχει «πολιτισμός». Υπάρχει «κοινό παρελθόν». Όλα αυτά είναι που κάνουν το «άθροισμα των μερών» ενιαίο σύνολο.

Τι νόημα επομένως έχει, στην παρούσα ιστορική συγκυρία, η διάκριση των Ελλήνων σε «κατηγορίες»;
Εξυπηρετεί η διάκριση αυτή την Ελλάδα και τα συμφέροντα της;
«Μα», θα αναρωτηθεί κάποιος, «οι κατηγορίες αποτελούν μια κοινωνική πραγματικότητα. Δεν μπορείς να τις παραβλέψεις.»

Όντως, αποτελούν κοινωνική πραγματικότητα μέσα στην ελληνική πραγματικότητα. Χωρίς την ελληνική πραγματικότητα, όλες αυτές οι κατηγοριοποιήσεις δεν έχουν καμιά απολύτως σημασία.

Χωρίς την Ελλάδα, η ελληνική πραγματικότητα δεν έχει απολύτως καμιά αξία.

Χωρίς Ελλάδα δεν υπάρχουν Έλληνες.

«Έλληνες είναι όσοι συμμετέχουν στην ελληνική παιδεία», είχε πει o Ισοκράτης.
Με δεδομένη την εθνική κυριαρχία, η παραπάνω ρήση θα ήταν ίσως αρκετή. Με δεδομένη την εθνική ανεξαρτησία, η παραπάνω ρήση περισσότερο λειτουργούσε ως καμπανάκι κινδύνου προς αποφυγή της υποβάθμισης της Ελληνικής Παιδείας με στόχο την υπερεθνικοποίηση του Έλληνα και την απευκταία μετατροπή του σε ευρωπαίο πρώτα και παγκόσμιο έπειτα πολίτη (διαγράφοντας τα στοιχεία της διαφορετικότητάς του), παρά ως στοιχείου προσδιορισμού της ελληνικότητας του Έλληνα.
 Σήμερα, όμως, με την φαινομενικά απόλυτη οικονομική εξάρτηση της χώρας μας από τις δανείστριες δυνάμεις, τη δηλωμένη ελεγχόμενη χρεοκοπία, την απειλή της άτακτης χρεοκοπίας και την εκχώρηση της εθνικής ανεξαρτησίας με την ενυπόγραφη, άνευ όρων εκχώρηση της ασυλίας λόγω εθνικής κυριαρχίας και κάθε είδους άλλης ασυλίας, ποιος είναι Έλληνας;

Προκειμένου, όμως, να αναγνωρίσουμε το ποιος είναι Έλληνας θα πρέπει να ορίσουμε το τι είναι Έλληνας.

Τι είναι επομένως αυτό, αν υπάρχει, που μπορεί να λειτουργήσει ως «μέτρο» για το τι είναι Έλληνας;

Το Σύνταγμα της Ελλάδος.

Το Σύνταγμα είναι αυτό που υπηρετεί τους σκοπούς της Πατρίδας. Το Σύνταγμα είναι αυτό που υπηρετεί τη Δημοκρατία. Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους είναι αυτό που μας χαρακτηρίζει ως Έλληνες.
Σεβασμός των νόμων όχι γενικά και αόριστα, αλλά σεβασμός των νόμων υπό το πρίσμα ότι «συμφωνούν με αυτό» (το Σύνταγμα).

Συγκεκριμένα, το Σύνταγμά μας επιτάσσει:
«Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.» (Σύνταγμα της Ελλάδας, Τμήμα Δ΄, Άρθρο 120§2)

Ό,τιδήποτε αντιβαίνει στο Σύνταγμα αποτελεί εχθρό της Πατρίδος και της Δημοκρατίας. Οποιοσδήποτε υπερασπίζεται και εφαρμόζει πολιτικές που αντιβαίνουν στις επιταγές τού Συντάγματος, αποτελεί εχθρό της Πατρίδος και της Δημοκρατίας. Δεν είναι, δηλαδή, Έλληνας.

Αυτό λοιπόν που μας κάνει Έλληνες πολίτες, είναι η πίστη μας στο Σύνταγμα της Ελλάδας. Οποιαδήποτε προσπάθεια αλλαγής του πρέπει να έχει τη λαϊκή αποδοχή και τη λαϊκή νομιμοποίηση. Κανένας «σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή» δεν επιτρέπεται.

Για την ακρίβεια, σύμφωνα με το Σύνταγμα:
«Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.»  (Σύνταγμα της Ελλάδας, Τμήμα Δ΄, Άρθρο 120§3)

Όταν μια πράξη χαρακτηρίζεται ως παράνομη, υπάρχουν δύο δυνατότητες: Ή να τιμωρήσεις αυτόν που προβαίνει στην πράξη, αφού είναι παράνομη με βάση το νόμο, ή να αλλάξεις το νόμο που χαρακτηρίζει την πράξη ως παράνομη, αποχαρακτηρίζοντάς την.

Η επελαύνουσα, συνεπώς, προοπτική της αναθεώρησης του Συντάγματος αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για όσους τόσα χρόνια αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, ενώ οι πράξεις και τα έργα τους ήταν όχι απλά ανθελληνικά (αφού έρχονταν σε αντίθεση με τις επιταγές του Συντάγματος), αλλά εχθρικά προς την Πατρίδα και τη Δημοκρατία, να ορίσουν εκ νέου τις έννοιες Δημοκρατία, Ελευθερία, Δικαιοσύνη, Ισότητα, Ευνομία, Ανάπτυξη, Έλληνας, Ελλάδα. Είναι η ευκαιρία που έχουν να δημιουργήσουν ένα νέο Σύνταγμα που θα λειτουργεί ως «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», νομιμοποιώντας εκ των υστέρων τις δικές τους αμαρτίες.

«Δημοκρατία έχουμε, εκλογές έγιναν, νόμιμη κυβέρνηση εκλέχθηκε», θα υποστηρίξουν αρκετοί.

Σε αυτούς το μόνο που έχω να θυμίσω είναι: «Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή, διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.» (Σύνταγμα της Ελλάδας, Τμήμα Δ΄, Άρθρο 120§3)

Υ.Γ.
Προς τι η πολεμική της διαίρεσης;
Πρώτα Έλληνες και μετά όλα τα άλλα.
Πρώτα το εθνικό συμφέρον και μετά οι πολιτικές, κομματικές, κοινωνικές κατηγοριοποιήσεις.
Πρώτα οι Έλληνες.
Πρώτα η Ελλάδα.



*Των Κωνσταντίνου Νάκκα & Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Mögen wir also Glück haben und tapfer sein


Wir können uns immer zurückziehen. Den Schwanz einziehen wie geprügelte Hunde, für uns allein jammern, damit uns niemand bemerkt. Wir können uns sogar umbringen, um uns zu befreien von der Schande der Mittellosigkeit, des Unvermögens, der Schwäche. Wir können Alles aufgeben. Die Anderen haben gesiegt, wir sind die Besiegten, ist es nicht so?

Wir können überhaupt keinen Widerstand leisten. Die Partisanen sind Pimpfe aus anderen Zeiten. Diese Zeit ist nicht für die Helden der Vergangenheit, die waren herausragend, wir sind ein Nichts. Die Anderen haben gesiegt, weil sie zahlreicher waren, weil sie besser waren, doch hauptsächlich deshalb, weil jene immer das erreichen konnten, was sie wollten.

Wir können die Gesetzmäßigkeit der Sache akzeptieren. Wir sind nicht für mehr geschaffen. Soviel Zeit, soviele Möglichkeiten uns gegeben worden sind, auf wieviele Talente wir früher einmal stolz waren, dass wir sie hätten. Alles waren Illusionen und Märchen. Das ist die grausame Wahrheit. Die Anderen sind besser, zahlreicher und dynamischer. Wirklich?
Um nur die obigen Überlegungen zu ergänzen, möchte ich eines fragen: Habt ihr gesehen, wer uns besiegt hat?

Du, mein Freund, der du schaust und nicht vor dich siehst, hast du gesehen, wer dich besiegt hat? Du hast sie gesehen und du akzeptierst, dass die dich besiegt haben? Sag jetzt mal wirklich, schaust du sie wirklich an? Sind die es wert, dass sie dich besiegen? Ziehst du dich vor denen zurück? Hast du wegen denen gejammert? Hast du dich umgebracht, weil du sie nicht aushalten konntest? Wirklich, mein Freund?

He, ihr Jungs, akzeptiert ihr das wirklich? Dass sie mit euch machen, was sie wollen? Jetzt wirklich, was seid ihr für Männer? Seid ihr schwer von Begriff? Wirklich, Jungs? Und ihr akzeptiert es, weniger Mut zu haben als eure Alten, he? Als die, die arm und hungrig waren, die Zitronenschalen gegessen haben, Feigen und einen dreifachen Cognac. Als diese alten Hungerleider, die in ihrer Jugend einen Kopf kleiner waren als ihr! Die nur an Weihnachten und Ostern Fleisch zu essen hatten. Seid ihr schwächer als die?

Und du, Mädchen? Bist auch du weniger stark als deine Großmutter? Hat sie dir denn nicht gesagt, bevor sie für immer aus dieser grausamen Welt verschwand, was der Ausdruck „du wirst ihn lieben“ wirklich bedeutet? Hat sie dir gesagt, wer als erster, wer als zweiter und wer als dritter sie vergewaltigt hat, bevor gesetzesgemäß ihr Mann sie vergewaltigte? Hat sie dir von dem Feld erzählt, wo sie deine Mutter geboren hat? Hat sie dir vom Hunger, den Prügeln, der Schande gesprochen? Und du, Mädchen, hast du deine Großmutter vergessen? Ich glaube, ihre letzten Worte waren „du sollst glücklich sein“. Bist du glücklich, Mädchen? Auch wenn du das akzeptierst?

Erinnert ihr euch, Freunde, wie an der Schule die waren, die uns besiegt haben? Der Streber, der Langweiler, der, der noch nie mit einem Mädchen geschlafen hat, das Mamasöhnchen, der Kasper, der Bösartige, der Armselige, der Leblose. Erinnert ihr euch an die? Erinnert ihr euch, dass ihr manchmal ihre neiderfüllten Blicke ertragen habt? Erinnert ihr euch an eure Ratlosigkeit, wenn ihr ihre Eifersucht gespürt habt, erinnert ihr euch an jene Vorfälle, als euch einer von denen sagte: „Ich werde es dir zeigen!!“ Damals habt ihr gelacht, ihr Jungs und ihr hübschen Mädchen. Doch haben sich die Zeiten geändert, he? Ihr seid besiegt worden von den Mamasöhnchen und den Leblosen. Ist das okay?

Wirklich, wollt ihr, dass das so weitergeht? Wirklich, haltet ihr es aus, dass es so weitergeht? Wirklich, ist eure Niederlage rechtskräftig und unwiderruflich? War es das? Ist es zu Ende? Sind die mutigen Jungs und die hübschen Mädchen Vergangenheit? Ist Alles Vergangenheit? Wollt ihr nicht, dass es sich ändert? Akzeptiert ihr eure Niederlage? Wird sich jemand von euch morgen oder übermorgen umbringen aus Armut, aus Unvermögen, aus Mittellosigkeit, aus Feigheit?

He Leute, seid ihr vielleicht feige?

Seid ihr vielleicht Hosenscheißer?  Angsthasen, seid ihr vielleicht keine Männer, pinkelt ihr euch in die Hose?

Sind all die Worte umsonst?
Wart ihr vielleicht immer weniger als ein Nichts?

Wart ihr vielleicht nie stolz, stark, tapfer?
Oder habt ihr vielleicht vergessen, was ihr wart?

„Um dich an etwas zu erinnern“, sagte mein Großvater immer, „musst du es einmal erlebt haben.“
„Um dich an etwas zu erinnern“ sagte meine Großmutter immer, „muss es dir gefehlt haben. Und wehe dir, wenn du es nie erlebt hast.“

Ich möchte etwas vorschlagen: Ich schlage vor, wir setzen uns alle zusammen, wir strengen unseren Verstand an und erinnern uns. An Alles. Wann haben wir uns stark gefühlt auf unseren Beinen. Wann haben wir uns unsterblich verliebt. Wann haben wir unsere eigenen Dinge zurückgestellt und jemanden Anderen unterstützt, ohne ein eigenes Interesse, sondern weil das das Richtige war. Wann haben wir die wahren Worte des Freundes gehört und wann wurden wir verraten, doch wir haben es überwunden. Weil wir damals mutig und schön waren. Jetzt sind wir das nicht.

Ich möchte vorschlagen, es ist Zeit, damit aufzuhören. Wir müssen um uns her schauen und begreifen, was wir sehen. Wir müssen anfangen, zu fühlen, was los ist, wer dafür verantwortlich ist, was los ist, wer die Herrschaft über uns hat. Und wenn uns der Streber, der Langweiler, der, der noch nie mit einem Mädchen geschlafen hat, das Mamasöhnchen, der Kasper, der Bösartige, der Armselige, der Leblose der Schule beherrscht, müssen wir das begreifen, außerhalb und jenseits jeden Zweifels. Wir müssen uns wieder wie junge Männer und Frauen auf dem Höhepunkt unserer Kraft fühlen. Wir müssen unsere Kräfte mobilisieren, die Ärmel hochkrempeln, falsche Freundschaften und interessengeleitete billige Bündnisse vergessen, den Schmutz von uns abschütteln. Wir müssen die Phase des Alle gegen Alle beenden. Wenn Einer gegen Alle steht, wie effektiver wird das sein?

Doch das wird die ganze alte Kraft, die ganze Würde, den ganzen Mut erfordern. Wir wissen heute mehr denn je. Wir sind stärker denn je. Wir schlafen, ja. Wir träumen voller Angst, Unruhe, oberflächlich und ohne Träume. Und wir träumen nicht, wir erleben den Alptraum. Doch jetzt müssen wir die Augen aufmachen. Der Schlag ins Gesicht muss sich in Rauch auflösen. Wir müssen diese Zeit klar stellen. Wir müssen dieser Zeit ebenbürtig sein. Unsere Alten müssen freudig sterben können. Auch wir müssen wieder lachen können. Wir müssen wieder voller Schöpferkraft sein.

Es ist schon einmal geschehen, ihr Herren. Von Schwächeren, von Hoffnungslosen. Von Mutigen. Von außerordentlichen Menschen.
Und es muss wieder geschehen, andernfalls wird die Geschichte uns ungünstig gesonnen sein – und man kann es nicht mit der Geschichte aufnehmen, sie hat unzählige Völker ausgelöscht im Verlauf der Geschichte.


Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Πετάω *




Ξέρω να πετάω. Μου συνέβη για πρώτη φορά στο χωριό.
Ήμουν έξι, ο μικρός δύο. Θυμάμαι το ταξίδι, Ηγουμενίτσα  - Αγιά. 12 Αυγούστου του 1975. Τα χιλιόμετρα λίγα, ο δρόμος στενός και γεμάτος στροφές, γι’ αυτό φαίνονται πολλά. Η θέα ανυπόφορα όμορφη. Πράσινο τόσο βαθύ, που τα μάτια πονάνε. Το σύμπλοκο της κουμαριάς με το πουρνάρι αδιαπέραστο. Και δίπλα η θάλασσα, το Ιόνιο. Θάλασσα μπλε, όχι γαλάζια, σαν του Αιγαίου. Μπλε. Με γραμμές από τα καΐκια. Έντονες γραμμές. Να χαρακώνουν με τις ρότες τους το αδιάφανο χρώμα. Η πρώτη μου θέα προς το Δρέπανο, η Κέρκυρα απέναντι, καθαρή εικόνα του ανάντι. Πλαταριά, η μεγάλη κατηφόρα. Είμαι μικρός, γαργαλιέμαι. Και κάθε στροφή πιο κοντά. Περνάμε τη λίμνη. Εδώ πνίγηκε ο αγροφύλακας. Πήγε για παπιά και τον πήρε κάτω. Το ακούω πρώτη φορά, δε θα το ξεχάσω ποτέ. Ακόμη και τώρα, κάθε φορά που περνάω, το ίδιο θυμάμαι.
Αλλά εγώ σε λίγο θα δω τον παππού μου, που του ‘χω τ’ όνομα! Θα δω τη γιαγιά μου, που τ’ όνομά της το ‘χει η Τετέ μου, η πιο αγαπημένη μου ξαδέρφη! Η γιαγιά που με φύλαγε στην Πάτρα κι ο παππούς που με την προτροπή του έπαιρνα το κουμπούρι, σκότωνα τους Τούρκους και τους πέταγα πέεερα απ’ το βουνό.
Είχα κάνει πολλά ταξίδια ως τότε. Νομίζω περισσότερα από κάθε παιδί της ηλικίας μου. Ο παράξενος ταξιδιώτης. Αθήνα, Ρύμνιο και Βελβεντό Κοζάνης, Λάρισα, Πάτρα. Και πλέον Ηγουμενίτσα. Θα πήγαινα πρώτη Δημοτικού! Η μαμά θα ήταν η δασκάλα μου! Θα έκανα φίλους! Και θα πήγαινα στο χωρίο μου, την Αγιά Πάργας! 
Όλοι εκεί, ο παππούς Θανάσης, η γιαγιά η Κατερίνα, ο θείος Ηλίας, ο θείος Θωμάς. Είδα την κατσίκα, τις κότες, το πρόβατο. Το Μ1 των ΤΕΑ. Αυτό είναι όπλο. «Μια μέρα θα ρίξω με ένα τέτοιο», σκέπτομαι από μέσα μου.  Ο θείος ο Θωμάς μου το δείχνει αναλυτικά. Τον πειράζει ο Ηλίας, θέλει να φανεί καλύτερος, θέλει να μου δείξει το μονόκαννο το δεκαεξάρι. Ο παππούς τη Μπερέττα την ασημένια, δώρο του Ιταλού Υπολοχαγού γιατρού από τον πόλεμο. Όταν έσκασε το μεγάλο το άλογο από μάτι, ο γιατρός έβριζε. «Πόρκα Μαντόνα» έλεγε. Τι θα πει αυτό; Λίγα Γαλλικά ξέρω, λίγα Ιταλικά, από την Αλίκη μου, από την Πλατεία Αττικής. Μαντόνα είναι σίγουρα η Παναγία. Πόρκα τι θα πει; Θα μάθω μόνος μου, δε ρωτάω τους μεγάλους. Η Μπερέττα έχει ιστορία, δε δουλεύει. Ο μπαμπάς τη χάλασε στον κόκορα, όταν ήταν μικρός, έριχνε χωρίς σφαίρα μέσα κι έσπασε ο επικρουστήρας. Ο παππούς τον πήρε χαμπάρι και ο μπαμπάς ανέβηκε πάνω στην ελιά που έχει κρεμαστεί το κλήμα το μαυροστάφυλο, στο παλιό το σπίτι, στο Βενέτικο, για να σωθεί από τη λουρίδα με την ανάποδη. Εγώ ας τα χαλάσω όλα, δεν πειράζει, έτσι λέει ο παππούς.
Ο παππούς μου λέει μια ιστορία, μόνο σε μένα. Όταν γύρισε από τον πόλεμο, με το Λη Ένφιλντ στο χέρι, χωρίς να το παραδώσει στους Γερμανούς, τον βάλανε στο βαρέλι με το πετρέλαιο, για να φύγουν οι ψείρες. Ζήτησε ούζο και δεν είχαν. Ήπιε πετρέλαιο! Τέλεια, θα δοκιμάσω κι εγώ κρυφά, λέω από μέσα μου, αλλά ούτε να καπνίσω έχω καταφέρει ακόμη. Όλο φυσάω και φυσάω και όλο αυτό σβήνει. Δε μπορώ να ρωτήσω κιόλας. Δε θέλω κιόλας. Μόνος μου. Θα παρακολουθήσω ξανά στα κρυφά κάποιον μεγάλο που δε θα καταλάβει ότι τον παρακολουθώ. Ίσως το θείο τον Ηλία, εκείνος καπνίζει περισσότερο.
Ο θείος ο Θωμάς ανεβαίνει στη συκιά στην αυλή, να μαζέψει σύκα για μένα. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό. Είναι τέλειος, αίλουρος. Κι όμως βήχει συνέχεια, από τότε που γύρισε από τη Γερμανία. Και καπνίζει πολύ. Μπορεί να κάνω και λάθος, το έχω θολό, αλλά ίσως και να ανέβηκε στη συκιά με το τσιγάρο στο στόμα.
 Ο παππούς είναι άλλος άνθρωπος στο χωριό. Με παίρνει στο δωμάτιό του. Καθόμαστε κάτω από τη μεταξοτυπία με τους αδελφούς Κέννεντυ. Μου λέει να πιάσω την καρδιά του. «Εδώ σε έχω» μου λέει. Αλλά η καρδιά του είναι αλλού, χαμηλά, κοντά στα πλευρά. Κι άλλη ιστορία. Πριν από έξι χρόνια, το 1969 ο παππούς έπαθε καρκίνο του πνεύμονα και του τον αφαίρεσαν. Τώρα η καρδιά του έχει κατέβει χαμηλά και την πιάνω ολόκληρη. Μόνο εμένα αφήνει, κανέναν άλλο.
          Θα κοιμηθούμε στο μεγάλο δωμάτιο, στο πάνω δεξιά, ο μπαμπάς και η μαμά στο μεγάλο, το νυφιάτικο του παππού και της γιαγιάς, με τον Αντρέα ανάμεσά τους, να τον προσέχουν που είναι μικρός ακόμη. Εγώ θα κοιμηθώ στο κρεβάτι κάτω από το παράθυρο που βλέπει στην Κούλια, το λόφο του σπιτιού. Πιο πέρα από την Κούλια είναι οι κατσίκες του άλλου του θείου του Ηλία και της Φρειδερίκης και της Ευτυχίας και του Κώστα. Είμαστε τριτεξάδελφα και μου αρέσουν πολύ. Η θεία η Δάφνη θα μου τις δείξει από κοντά τις κατσίκες αύριο, μαζί με τα μικρά τους. Έχει και μια ωραία κουτσουπιά στην Κούλια, είναι ένα δέντρο χρωματιστό, μου λένε. Είναι Αύγουστος, δε θα το δω κόκκινο τώρα, αλλά όταν έρθει η επόμενη Άνοιξη. Θα περιμένω. Από κάτω, μετά το δρόμο, είναι ο στάβλος των θείων μου, του Ηλία και του Θωμά. Διακόσια πενήντα σταβλισμένα μοσχάρια και υπάρχουν κι άλλα εκατόν πενήντα πάνω στο Λογορά, το μεγάλο βουνό, κοντά στο ραντάρ. Εκεί με είχε ρίξει το άλογο κάτω από τα πόδια του, όταν ήμουν μωρό. Η γιαγιά είχε πει ότι έφταιγε η μαμά μου, που φόραγε κόκκινα, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο την κοιλιά του, κανελιά, από πάνω μου. Δε θυμάμαι να έκλαψα, αλλά θυμάμαι να θαυμάζω πόσο μεγάλο είναι ένα άλογο. Και, εν πάσει περιπτώσει, αυτό έγινε όταν ήμουν μωρό, τώρα ήμουν μεγάλος,
          Δεν περνάει η μέρα. Δεν έχω λόγο, δεν έχω θέληση να κοιμηθώ. Άκουσα ότι στο παράθυρο που βλέπει στην Κούλια έπεσε κεραυνός και βάλαμε αλεξικέραυνο. Ωραίο είναι, κοιτάει στον ουρανό σαν λόγχη. Ο μπαμπάς μου λέει για τον αετό που πήγε να φάει τα πρόβατα των ορφανών παιδιών, όταν κι εκείνος φύλαγε γελάδια στο Λογορά, μου λέει πώς του έριξε, τον πέτυχε, αλλά ο αετός δεν έπεσε, μόνο άφησε το πρόβατο και πέταξε ψηλά. Ο παππούς και οι θείοι μιλάνε αρβανίτικα, εγώ δεν καταλαβαίνω, αλλά καταλαβαίνω. Η προγιαγιά μου μιλούσε τούρκικα και αρβανίτικα, μόνο. Εγώ καταλαβαίνω, αλλά δεν τα μιλάω. Ποτέ δε μπόρεσα να τα μιλήσω.
      Έπεσε η νύχτα. Πήγαμε στην αγορά, με φιλάνε πολλοί στη λούφα, πάνω στα μαλλιά. Νας Λαμπούτ, με λένε, ίδιος ο παππούς, λένε. Χαίρομαι. Κι ο παππούς πιο πολύ. Ο μπαμπάς τον αφήνει να με κρατάει από το χέρι της καρδιάς και να καπνίζει κρατώντας ταυτόχρονα το μπαστούνι στο άλλο. Ένα πνευμόνι θέλει βοήθεια μια δεύτερη καρδιά.
Ο Αντρέας κοιμήθηκε στην αγκαλιά της μαμάς. Θα περπατήσουμε το μονοπάτι της κατηφόρας ως το σπίτι, μέσα στο σκοτάδι. Ευτυχώς έχει φεγγάρι, γιατί λάμπα το μονοπάτι δεν έχει. Ωραίες μεγάλες πέτρες, τις πατάω και πηδάω από τη μια στην άλλη. Γυαλίζουν στο φως του φεγγαριού, είναι παλιές, ίσως όσο κι ο παππούς, ίσως όσο και το χωριό μου. Κι εγώ πάντα θα βοηθάω τον παππού να τις περπατάει. Δυο καρδιές, ένα πνευμόνι, κι η καρδιά κάτω, να χτυπάει μόνο στα δικά μου χέρια.
Ξαπλώσαμε. Κοιμήθηκαν. Κοιμήθηκα.

Σηκώνομαι. Το παράθυρο είναι ανοιχτό, το φεγγάρι δεν έχει κάνει τον κύκλο του πίσω από την Κούλια. Είμαι μικρός, όχι δειλός. Ανοίγω την πόρτα. Βγαίνω στην επάνω βεράντα. Το κάγκελο στα δεξιά, δίπλα στην εξωτερική σκάλα θα τοποθετηθεί δύο χρόνια μετά. Χώρος ελεύθερος. Βαδίζω προς το κενό. Βουτάω και υψώνομαι. Νιώθω τον αέρα του χωριού μου καθαρό, γεμάτο, να γεμίζει τις δυο καρδιές μου. Μια στο χέρι, μια στο στήθος. Υψώνομαι. Βλέπω το σπίτι από ψηλά. Ωραία κεραμίδια. Βλέπω τη συκιά από την κορυφή της. Πώς ανέβηκε εκεί πάνω ο θείος Θωμάς; Παίρνω ύψος. Βάζω ρότα προς την Κούλια. Βλέπω το στάβλο. Ακούω μια τράτα στο δρόμο της για το πέρασμα των Παξών απέναντι. Η θάλασσα στα μακριά είναι πολύ σκούρα, όχι μπλε. Το κάστρο δεν είναι απειλητικό, αλλά δε θα πάω κατά κει σήμερα. Νιώθω να κουράζομαι. Στρέφω τα μάτια και ξανακοιτάω προς το σπίτι. Μου φαίνεται πιο μακριά. Πρέπει να γυρίσω. Πλησιάζω τη βεράντα. Φτάνω κοντά της και ακουμπάω πόδια. Έχω λαχανιάσει. Σταματώ. Μπαίνω στο δωμάτιο. Ξαπλώνω. Κοιμάμαι. Είμαι ευτυχισμένος. Ξέρω να πετάω.
Το πρωί ο μπαμπάς μου λέει: «καλημέρα πιλότε». 
Του απαντώ: «καλημέρα, μπαμπά». 
Δε λέμε κάτι άλλο.
Δε θα σκοτώσω ποτέ πετούμενο.

* του Θάνου Αθανασιάδη

Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 7 Μαΐου 2013

Το Χάος της ακυβερνησίας


- Για πες μας, εσύ παιδί μου, για το χάος της ακυβερνησίας!!

- Μάλιστα, κυρία!! Το χάος της ακυβερνησίας. Το χάος της ακυβερνησίας είναι ένα πάρα πολύ κακό χάος, όπου δεν υπάρχει κυβέρνηση και εμείς χρωστάμε πάρα πολλά χρήματα στις άλλες κυβερνήσεις και δεν τα δίνουμε αμέσως, όπως κάνουν οι καλοί άνθρωποι και δεν έχουμε μπέσα και είμαστε και μπαμπέσηδες, γιατί υπογράψαμε ότι θα τα δώσουμε τώρα, αλλά δεν τα δίνουμε, γιατί πάμε στα άκρα. Και η χοντρή κυρία που τρώει λουκάνικα βουρστ και δε χαμογελάει ποτέ έχει σκάσει από τη στενοχώρια της και πήρε και κανα δυο κιλά και ο ανάπηρος κύριος ο φίλος της είναι πολύ στενοχωρημένος και κάνει ό,τι μπορεί, για να γίνουμε κι εμείς καλοί και βάζει τους φίλους του να μας δώσουν καλές συμβουλές, για να φύγουμε από το χάος της ακυβερνησίας.
Και υπάρχει κι άλλη μια κυρία, ψηλή και λεπτή, αλλά και λίγο πατσούρα, που δε θα μπορούσε να παντρευτεί χωρίς προίκα, γιατί έχει σιτέψει λίγο, αλλά θέλει να παντρευτεί και θέλει προίκα κι εμείς έχουμε συμφωνήσει να την προικίσουμε κι ένας κοντός κύριος που ήταν πολύ σπουδαίος μέχρι προχτές και τρώει ωμά τα φιλετάκια του τα μινιόν κι εκείνος πρέπει να πάρει τη θέση της στη δουλειά με τους ΔυΝαμίΤες και περιμένει, γιατί την άλλη τη δουλειά που την έκανε πολύ καλά με τη χοντρή κυρία του τη σταμάτησαν και είναι άνεργος και έχει νέα γυναίκα να θρέψει. Και είναι και κάτι άλλοι κύριοι, τρεις τον αριθμό, που δεν πάνε δυο δυο, σαν τους Χιώτες, αλλά μπορεί και να χρειαστεί να πάνε, γιατί ο ένας θέλει να φύγει, λέει και τους λένε τρίλιζα κι εγώ δίλιζα δεν ξέρω να παίζουν τα παιδιά.
Και το χάος της ακυνερνησίας μπορεί να τελειώσει, άμα όποιοι δεν το θέλουν μαζευτούν όλοι μαζί και βάλουν έναν κουβά με βέλη, έτσι άκουσα, να μας σώσει, αν και αυτοί που του κουβάλαγαν τα βέλη δεν άκουσα να του είπαν κάτι τέτοιο, όταν του γέμιζαν τον κουβά και υπάρχει περίπτωση να βρει κανένα βέλος από πίσω, χοντρό, έτσι είπε ένας κύριος που τον γέμιζε τον κουβά. Και έχω να πώ ακόμη για το χάος της ακυβερνησίας ότι, μόλις το χάος τελειώσει, κανένας δε θα πάει φυλακή, γιατί υπάρχει χριστιανικός νόμος περί άφεσης αμαρτιών της παλιάς κυβέρνησης, ενώ, αν υπάρχει το χάος της ακυβερνησίας, μπορεί κανένας ανιστόρητος να πει στον κυρ - Βαγγέλη και τον κυρ - Αντώνη ότι δεν τα έκαναν καλά και να πάνε φυλακή, ενώ χωρίς το χάος της ακυβερνησίας τέρμα ο φόβος της φυλακής που δεν είναι καλή, γιατί του κυρίου Άκη δεν του αρέσει καθόλου.
Κι αυτά που λέτε, να μπουν οι κομμουνισταί στην Εθνικήν Κυβέρνησιν, καθόλου δεν τα ακούω, γιατί είναι παραπολιτικά παιχνίδια.
Διαβάστε Περισσότερα »