Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Το φλύντρο.

Κατά την τετραετία ’78-’82 έζησα στη Θήβα. Παράξενη εποχή. Ήμουν ξένος, μικρός, έτοιμος για την εφηβεία  - και είχα αφήσει πίσω μου τα τελευταία ευτυχισμένα μου χρόνια. Αυτό δεν το ήξερα τότε, αλλά σήμερα σκέπτομαι ότι η ευτυχία είναι παραγνωρισμένη και υπερεκτιμημένη ποιότητα ζωής, το εξηγεί καλύτερα ο κυρ – Αντώνης, οπότε ας όψεται.
Ξένες λέξεις! Είχα ξένες λέξεις στον ξένο τόπο. Παρ’ όλο που τα αρβανίτικα τα μιλούσαν πολύ στην Ηγουμενίτσα, αυτά τα λόγια δεν τα είχα ξανακούσει. Κι ας ήταν ελληνικά. Το «ούι!!» των παιδικών χρόνων, του θαυμασμού, της επιδοκιμασίας, της απορίας, έπρεπε να το αντικαταστήσω με πιο αρνητικές λέξεις και εκφράσεις. Θυμάμαι πολύ έντονα το «χαλασμένος». Χαλασμένος ο ένας, χαλασμένος ο άλλος, πολλά σήμαινε αυτή η λέξη, όλα αρνητικά. Η αντίθεση με τη θετική ενέργεια του «ούι!!», πλήρης.
Η λέξη χαλασμένος υπάρχει στο λεξικό. Κι άλλες από εκείνες που έμαθα τότε, που τώρα μου διαφεύγουν, υπήρχαν επίσης στο λεξικό. Υπήρχε όμως μία που ούτε στο λεξικό υπήρχε, ούτε ήξερε κανείς γιατί τη λέγαμε. Ήταν, σα να λέμε, μια λέξη παντοίας χρήσης. Το φλύντρο. Με γιώτα ή με ύψιλον, δεν ξέρω να πω, αλλά εμένα μου άρεσε και μου αρέσει με ύψιλον. Μου φέρνει σε φύτρο, γόνιμο πράμα, ίσως γι’ αυτό.
Μέσα στα χρόνια που πέρασαν, χρησιμοποίησα τη λέξη αυτή με διάφορους τρόπους. Για τον ηλίθιο, για τον «καλό μαθητή της δασκάλας», για το τσιράκι, για τον κουτοπόνηρο, για εκείνον που θα έκανε αυτό που ήθελε με κάθε τρόπο.
Το Σάκη έλεγα φλύντρο, το θυμάμαι καθαρά. Θέλαμε κι οι δυο τη Μαρία, αλλά εκείνος με κλώτσαγε από πίσω, όταν τον ντρίμπλαρα στη μπάλα, για να μην πέσει στα μάτια της και τη χάσει. Έπεφτα εγώ, μάτωνα στα γόνατα, πόναγαν τα καλάμια, αλλά του έσπαγα τα μούτρα και τον έλεγα φλύντρο.
Πέρασε ο καιρός. Έφυγα από τη Θήβα. Άφησα πίσω αναμνήσεις, εικόνες, το φίλο μου το Νίκο.
Στην Αθήνα που πήγα, η λέξη «χαλασμένος» σήμαινε μόνο ένα πράγμα. Το «ούι!!» το είχα ξεπεράσει. Δεν ήμουν πλέον ευτυχισμένος. Έμενε το φλύντρο. Αλλά αυτό δεν το καταλάβαινε κανείς. Κι εγώ σταμάτησα να το λέω φωναχτά. Μόνο από μέσα μου το έλεγα, στα μεγάλα νεύρα, στις μεγάλες απογοητεύσεις.
Είχαν πλέον περάσει περί τα δέκα χρόνια από τη στιγμή που είχα πρωτακούσει τη λέξη. Εκεί, γύρω στο στρατό, επανεμφανίστηκαν οι μνήμες. Οι Χαλκιδείς συστρατιώτες μου ήξεραν το «χαλασμένος», αλλά όχι το «φλύντρο». Κι εγώ έμεινα με τη μοναχική γνώση.
Αποφάσισα να σταματήσω να κρύβομαι στα Ίμια. Ήμουν στην Κομοτηνή τότε, πολλά νεύρα, μου έβγαινε αυθόρμητα. Κανείς δε με ρωτούσε τι έλεγα, τι σήμαινε αυτό που έλεγα. Ήξεραν όλοι ότι έβριζα και είκαζαν από τον τόνο το εκάστοτε νόημα. Και με φοβόντουσαν, όταν με άκουγαν να το λέω, ειλικρινά.
Σήμερα μονολόγησα τη λέξη εκ νέου. Θα είχαν περάσει και δέκα χρόνια από την τελευταία φορά. Το θεώρησα σημαδιακό. Κι έφτιαξα μια λίστα στο μυαλό μου με κάθε τι, καθέναν και καθεμιά που θέλω να αποκαλέσω έτσι. Η λίστα είναι δική μου και δεν τη μοιράζομαι. Θέλω όμως να μοιραστώ μαζί σας τη λέξη.
Πείτε κάποιον «φλύντρο» και δώστε εσείς στη λέξη την αρνητική χροιά της επιλογής σας. Ξεστομίστε την με περιφρόνηση, με αποτροπιασμό, με βδελυγμία, με αποφορά, με αποστασιοποίηση.
Κάντε τη λέξη όπλο κατά εκείνου, ο οποίος θα σας κοιτά σα φλύντρο και θα απορεί, μην ξέροντας τι του λέτε, πώς τον αποκαλείτε, τι του προσάπτετε. Κι όταν κάνετε κέφι, νομίζω ότι μπορείτε να κάνετε και συνδυασμό: «Ούι!! Ένα φλύντρο». Εύθυμη ειρωνεία, κάτι τέτοιο, σαρκασμός, ξέρω ‘γω;
Σας διαβεβαιώ, η λέξη είναι υπαρκτή. Τα λεξικά όμως δεν την έχουν καταχωρισμένη στην υποομάδα με τις βωμολοχίες. Άρα δε χρήζει και ποινικού κολασμού, αν και μένω με την εντύπωση ότι κάποιοι, πιο έγκριτοι από εμένα, νομομαθείς συνάδελφοί μου θα διαφωνήσουν με την αξιωματική μου αυτή θέση.
            Κι αν έχω λάθος, πρώτο φλύντρο θα είμαι εγώ.
Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Σκουπίδι.

Δεν κοιτάζω πια τους δημοτικούς τενεκέδες. 
Φοβάμαι ότι θα δω γνωστό.
Δεν κοιτάζω πια γύρω μου. 
Φοβάμαι ότι κάποιος θα με κοιτάξει.
Δε μιλάω πια με τους φίλους. 
Φοβάμαι ότι είναι οι εχθροί.
Δε νιώθω πια τη ζωή να κυλάει στις φλέβες μου. 
Έσβησα προ τριετίας.
Δεν ονειρεύομαι πια για το μέλλον των παιδιών μου. 
Δεν έχουν.
Δεν είμαι άνθρωπος. 
Είμαι σκουπίδι.

Αλλά έχω αξιοπρέπεια!
Δεν το λέω πουθενά!
Δεν το μοιράζομαι με κανέναν!
Και θα πεθάνω δίπλα σε έναν τενεκέ, μια από αυτές τις μέρες.
Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Δυνατός.




Με μεγάλες απλόχερες αγκαλιές.
Με πόδια που να στηρίζουν και να δίνουν την αίσθηση της γης.
Με κορμί από πέτρα, τον πόνο να μη νιώθει.
Να σπάει, αλλά να μη λυγίζει.
Ο χαμός του να είναι πραγματικός.
Η νίκη του να είναι αληθινή.
Με μπούσουλα την αγωνία των κουρελήδων γύρω.
Με ρότα τον αναπαμό τους.
Και μάτια στο στόχο.
Διαβάστε Περισσότερα »

Το όλον και το μέρος - New Year's Resolutions Reloaded pts. I, II & III





Καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα σας,

Η σειρά των κειμένων που ακολουθεί, ολοκληρώνει το έργο, στο οποίο  αποφάσισα να προβώ, προκειμένου να δώσω κάποιες απαντήσεις σε μένα και σε σένα, αλλά και σε εκείνον που με διαβάζει, αλλά ντρέπεται να το πει.

Το τρίτο κείμενο γράφτηκε στις 3 Απριλίου 2103, το δεύτερο στις 28 Δεκεμβρίου του 2012 και το πρώτο επίσης. (Σπαστικούλη, γιατί τα γράφεις ανάποδα; Τέλος εσωτερικής διαβούλευσης).

Δεν άλλαξα τίποτε. Το κακό της αποσπασματικής γραφής συμβαίνει κάποιες φορές να είναι και το προτέρημά της: ο χρόνος κρίνει τι ήταν σπουδαίο, τι διαχρονικό, τι τελικά συνέβη. Η Ιστορία θα απαλείψει, όχι οι άνθρωποι.
Κι όπως λέει κι ο μακαρίτης, ο σπουδαίος μουσικός, Rowland S. Howard: the Story goes...

New Year’s Resolutions Reloaded.

Πάει κοντά έτος, από τη στιγμή που αποφάσισα δημοκρατικά (με ψήφους δυο έναντι καμιάς στην κόντρα με τον εαυτό μου περί τη χάραξη νέας ατομικής πορείας) να ασχοληθώ ενεργά με τα πολιτικά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Όχι, δε μου έλειπε η άποψη, ούτε οι θεόσταλτες ιδέες σχετικά με το τι ή ποιος μπορεί να σώσει αυτόν τον τόπο. Για την ακρίβεια είχα ήδη προαποφασίσει ότι ο τόπος αυτός δε σώζεται με καμία δύναμη. 
Δεν ήταν και καμία σοφία αυτό: Ήδη από εικοσαετίας είχε καταρρεύσει το αντίπαλον δέος της κόκκινης αρκούδας. Ήταν νομοτελειακό να καταρρεύσει και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, έλεγα. 
Φαίνονταν μάλιστα να συμφωνούν μαζί μου πολλοί, τουλάχιστον αυτό έδειχναν τα σημάδια των τότε καιρών: Βασικά, όντως δεν υπήρχε αντίπαλος: Οι δήθεν αριστεροί της πλάκας (νυν ώριμη ΔΗ.Μ.ΑΡ.), με τις βολεψιάρικες «περί ήπιας αντίδρασης» απόψεις τους, οι οποίες σήμερα τους έχουν καταστήσει το μεγάλο πρόβλημα, ωσεί γενίτσαρους των δεξιών. Η εξαφανισμένη ακροδεξιά του Καρατζα-φέρτα-όλα-να-λιγδώσει-το-εντεράκι, η οποία παρέπαιε στο άτοπο της βασιλο-χουντικής συνύπαρξης (και βασιλιά και στρατά με τάνκς και εθνικοφροσύνες και κόκκινη μηλιά και εθνική παλιγγενεσία και τα πάντα όλα – μόνο που το βασιλιά τον είχε διώξει η χούντα και Κύπρος δεν είχε μείνει, παρά ένα κομματάκι). Το Κ.Κ.Ε. της Αλτσχάιμερ, το οποίο δεν είχε παρευρεθεί στην πτώση του Τείχους, «οπότε δεν είχε συμβεί τέτοιο πράγμα». Ο Συνασπισμός της θεωρίας και της διανόησης, «κουβέντα να γίνεται», «να το συζητήσουμε» «να διασκεφθώ μονάχος, να βγουν δυο απόψεις, να το πω και του ίσκιου μου, να δω τι λέει κι εκείνος», το κουλέρ λοκάλ ανέκδοτο, τέλος πάντων.
Και υπήρχε και η Εξουσία: εναλλασσόμενη, πάντοτε ίδια, ΠΑ.ΣΟ.Κ., Νέα Δημοκρατία, η Εξουσία. «Μη μιλάς κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είσαι οπισθοδρομικός!!!» Μην καταφέρεσαι κατά της Νέας Δημοκρατίας, θα βρεις δουλειά του Αγίου (αυτουνού, του τέτοιου μωρέ, έλα, τέλος πάντων).
Αυτή η Εξουσία είχε όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν τέτοια: είχε ΜΑΤ και ΜΕΑ (για μια Ελλάδα νέα), είχε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε τους Τούρκους στο πλευρό μας, με νέα και μεγαλεπήβολα εξοπλιστικά προγράμματα σε επίπεδο καραβάνας και κατεψυγμένου Αργεντινής, όποτε είπε να κουνηθεί κανείς, είχε το χρυσό όνειρο της Γιάννας Αγγελοπούλου, του Μπάμπη του Βωβού, του Πέτρου του Κωστόπουλου, του Κόκκαλη, του Βαρδινογιάννη, της Πανάθας και του Γαύρου, είχε Μερσεντέ και Ζήμενς, είχε Οζάλ, Οτσαλάν, Κλίντον, 17 Νοέμβρη, είχε γκόμενες στο πιάτο, είχε κλάμπινγκ, μεγάλες πίστες, είχε καφρίλα στην παραλιακή, κάγκουρες, πλατινέ ξανθιές κότες, Ars Gratia Artis, τα είχε όλα. Κι αυτά, και όσα ξεχνάω, σχωρνάτε με.

Και κανείς δεν έλεγε τίποτε. Και κανείς δε μιλούσε, επειδή δεν υπήρχε ένας που να μη γούσταρε. Ανεξάρτητα από ιδεολογίες, όλοι γούσταραν την ευζωία, την άνεση, τη μέρα με αύριο και μεθαύριο και παραμεθαύριο, χωρίς ζόρια, χωρίς πολλά πολλά.

Και μετά μάθαμε έτσι. Έτσι δεν είναι;

Ναι, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν έπεφτε. Ανδρωνόταν. Αναπτύσσετο, εξελισσόταν.

Εμένα (και του ίσκιου μου) καθόλου δε μας άρεσε αυτό. Βλέπετε, ουδέποτε υπήρξα υπέρ της εξουσίας αυτού του τύπου. Της εξουσίας, η οποία βολεύει τους γκρινιάρηδες και τους κάνει γενίτσαρους.

Αρκούσε, να το πούμε έτσι, η εξής πατέντα: Γκρίνιαζες στον ΠΑΣΟΚο, έγλυφες το ΝεοΔημοκράτη, ή vice versa. Το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: θεσούλα στο Δημόσιο. Αν δεν έπιανε κι αυτό, γινόσουν κομμουνιστής και συνδικαλιστής και αγωνιστής, για τα δίκαια του Λαού. Κάτι έξτρα στα οδοιπορικά, κάτι τζάμπα τσιμπούσια, κάτι υπερωρίες, κάτι κανά μπαξίσι, «να ηρεμήσει ο όχλος», και  - να σου πω κάτι; - πιο μάγκας ήσουν – και επανάσταση, να ‘ουμ’.

Τέλεια όλα αυτά. Γιατί δεν έπεφτε ο νεοφιλελευθερισμός; Δεν καταλάβαινε κανείς τι συνέβαινε και έσκαγαν τα περιστασιακά κανόνια στην αγορά; Δεν προβληματιζόταν κανείς, όταν η Διαμαντοπούλου – μέλος ισχυρό της πανίσχυρης Λέσχης, έμπαινε στα μέσα και στα έξω της παιδείας και εξανδραπόδιζε το σύνολο των δομών; Δεν κόλλαγε κανείς τρυφηλός να πει «ως εδώ», όταν έσκαγαν το ένα μετά τ’ άλλο τα φουρνέλα της Στάζι, της Ζήμενς, του Ο.Τ.Ε., της Δ.Ε.Η.; Μπαμ ο καθένας;; Τσουκάτος, Πάγκαλος, Άκης, Χριστοφοράκος, Λοβέρδος, Βενιζέλος, Παπακωνσταντίνου; Δεν προβληματίστηκε κανείς πού θα πάει το πράμα, όταν όλοι αυτοί είχαν σταματήσει εμφανώς να κρύβονται και είχαν πια αρχίσει να λένε ξεδιάντροπα ότι είναι νεοφιλελεύθεροι; Τόσο τυφλοί κατέστησαν όλοι, που άφηναν τους αρχιμπάτσους να αλωνίζουν με λίστες του Βουλγαράκη ... προς όφελος ΠΑ.ΣΟ.Κ.ων; Έγιναν καλές οι λίστες των διπλοεγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επειδή . . . τις έσιαξε ο . . . Παυλόπουλος ; ; ;

Πού πήγαινε όλο αυτό; Και δηλαδή πού να πήγαινε; Υπήρξε, λέτε, ένα λαμόγιο από αυτά που μας/σας/τους κυβερνούν σήμερα  - τώρα που συσπειρώθηκαν, σαν τις ύαινες – που να μην ήξερε;;;

Αλήθεια τώρα, μεταξύ μας…. Λέτε να υπήρξε έστω κι ένας;

Ποιον, λοιπόν, να δικαιολογήσουμε; Κάποιον, έναν. Να βγει κάποιος πολίτης και να μου φτύσει το όνομα στα μούτρα: να μου πει «ξέρεις, κάτι, ρε φίλε; ο τάδε ΔΕΝ ήξερε, τέλος».

Αμφισβητώ ειλικρινά τη δυνατότητα οποιουδήποτε να ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, χωρίς να είναι διανοητικά ελλιποβαρής ή λαμόγιο.

To be continued (κάτι μέρες μείνανε)


New Year’s Resolutions Reloaded (pt.II)

Πού είχαμε μείνει; Α!, ναι, στο ότι αυτός ο τόπος δε σώζεται με τίποτε. Ωραία ιδέα και άποψη, αισιόδοξη, εύχαρις και με προοπτικές, ένα πράμα. Το μόνο της μειονέκτημα ήταν – και παραμένει – το άτοπό της: Δεν ωφελεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι τίποτε δε διορθώνεται και ταυτόχρονα να προσπαθεί μέσα από την άρθρωση νέου πολιτικού λόγου να διορθώσει τα κακώς κείμενα: καταντάει σχιζοφρένεια!

Στα πηγαδάκια των θαμώνων της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’60 (το συλλογικό ασυνείδητο λέει ότι) ανδρώθηκαν οι σπουδαιότεροι Έλληνες πολιτικοί, ότι εκεί γεννήθηκαν ιδέες επιχειρηματικού δαιμονίου και ότι, αν ήθελες να μάθεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο ατομικά, όφειλες στον εαυτό σου να αποκρυπτογραφήσεις τους κώδικες των συναθροιζομένων, να τους εκμαιεύσεις τα μυστικά και να γίνεις σπουδαίος – αυτό αρκούσε.

Κανείς δε μπήκε προφανώς στον κόπο να αναρωτηθεί για ποιον, τέλος πάντων, λόγο όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι θεωρητικοί και συναγελαζόμενοι αλλήλοις δεν έγιναν οι ίδιοι σπουδαίοι και μεγάλοι και τρανοί.

Ήταν μάλλον απλή η απάντηση: ήταν ευκολότερο να μιλάς, παρά να πράττεις. Αργόσχολοι, ξεπερασμένοι, ωχαδερφιστές, ταλαίπωροι γραφικοί: αυτοί συναγελάζονταν στην Ομόνοια του ’60 και του ’70. Οι σημερινοί γεροξεκούτηδες που περιμένουν τη σύνταξη μειωμένη κατά 50 με 60% και είναι πολύ ευχαριστημένοι που το αστέρι της Ευρωπαϊκής πολιτικής τους άφησε και 200 ευρώπουλα να ζήσουν, είναι εφάμιλλοι των τότε ομονοιάκηδων. (Πολύ άνετος είμαι με τους γέρους, ε; Ναι, ο μάγκας! Βλέπετε, ο πατέρας μου χάθηκε στα 55 του, δε χρειάζεται να τιμώ τα γηρατειά, δεν έχω τις αυταπάτες ότι ο νέος μαλάκας, όταν γεράσει, γίνεται σοφός. Γερομαλάκας γίνεται).

Τέλεια, η απάντηση βρέθηκε! Θα σκοτώσουμε όλους τους γέρους, θα μείνουμε κανά δυο εκατομμύρια (άλλοι νέοι δεν υπάρχουν στην Ελλάδα της υπογεννητικότητας και της σήψης του ’12), θα κάνουμε επανάσταση μόνοι μας, ας βγούμε και δεύτεροι, πάλι νικητές θα είμαστε και μετά θα … καθόοομαστε!!

Μπα, ούτε κι αυτό πρέπει να είναι η λύση… Ας την κρατήσουμε στην καβάτζα όμως, πού ξέρεις; Μπορεί να χρειαστεί, αν δε βρεθεί κάτι άλλο.

Θα ζητήσουμε και από το Βαγγέλη μια συνταγματική τοποθέτηση και εφαρμογή μιας διάταξης (καθόλου φωτογραφικής, στηλιτεύω τέτοιες ποταπές μεθόδους!!), του στυλ « στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται δεύτερη παράγραφος: Εάν το θύμα της ανθρωποκτονίας συναίνεσε με την ψήφο του στην άνοδο στην εξουσία του πολιτικού ανδρός, ο οποίος και φόνευσε το θύμα, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και αποδίδεται το Μετάλλιον της Λεγεώνος του Ελντοράντο στον ως άνω πολιτικόν». Νομίζω ότι η παρούσα Βουλή των Ελλήνων δε θα έμενε αδιάφορη σε μια τέτοια πρόταση. Τέλος πάντων, ίδωμεν.

Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά. Ας δούμε τις διεξόδους μας. Αν στρεφόμαστε στον ορθό δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; Όχι και πολύ άσχημη ιδέα! Στην τελική, γιατί να πληρώνω εγώ το Κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους;   Ε;  Εγώ επέλεξα να ασκήσω ελεύθερο επάγγελμα, όχι να με ταΐζει ο άλλος. Επέλεξα να μη γλύψω, να μην παρακαλέσω για μια θεσούλα, να είμαι αυτόνομος! Και μέσα από την ορθή δεξιά πρακτική να γίνω εγώ ο πιο σπουδαίος, ο πιο πλούσιος, ο πιο μάγκας!!!

Μμμμμμ, δεν ξέρω… νομίζω ότι λίγο δύσκολα θα ζήσουν τα παιδιά μου ανάμεσα σε φτωχούς κουρελήδες με μίσος στα μάτια. Νομίζω ότι δεν έγλυψαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, μόνο οι άχρηστοι και οι υπάνθρωποι, αλλά…. τέτοιοι υπάρχουν παντού. Νομίζω ότι στο νεοφιλελευθερισμό η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι οι καλύτεροι αυτοί που αναρριχώνται, αλλά τα πλέον κτήνη. Ότι αυτό είναι το πολιτικό σύστημα με τις περισσότερες ομοιότητες προς τη φρίκη της ωμής δύναμης, της χωσίας, της σκληρότητας επιπέδου ζωικού βασιλείου. «Φάε, για να μη σε φάνε, σκότωσε, πάτα επί πτωμάτων, ανέβα και λιώσε τα κεφάλια που σηκώνονται να δουν ήλιο», τέτοια.

Νομίζω επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει υιοθετήσει μια φοβερή πατέντα, ώστε να βρίσκεται πάντοτε στην από πάνω: Ισχυρίζεται ότι επιθυμεί την κατά το δυνατόν ελάχιστη συμμετοχή του Κράτους στην ατομική και εν συνόλω κοινωνική οικονομική δραστηριότητα, πλην όμως . . . το πανίσχυρο Κράτος του νεοφιλελευθερισμού υιοθετεί τις μυστικές υπηρεσίες, τις μονάδες κρατικής καταστολής, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, την παρακολούθηση, το espionage, τον agent provocateur, το στρατό, τα δημόσια αγαθά, τα πάντα όλα, χάριν της ατομικής ευμάρειας. Σαν όλη η ζωή να είναι ένας αγώνας ποιος θα είναι ο πιο αλώβητος,  ό,τι κι αν πράξει, υπεράνω όλων των άχρηστων κουρελήδων, οι οποίοι εργάζονται για αυτόν, παράγουν για αυτόν, υποτάσσονται σε αυτόν. Στην άγρια φύση που σκεφτόμουν πριν ως αναλογικό παράδειγμα, αυτό – νομίζω – δε συμβαίνει. Στην αγέλη των λεόντων, όλα τα λιοντάρια είναι καλοταϊσμένα. Μπορεί το μπον φιλέ της ζέβρας να χλαπακιάζεται αυθωρεί και παραχρήμα από το μεγάλο αρσενικό, αλλά δεν υπάρχει ένα ζωντανό, το οποίο να μη φάει τίποτε.

Πού ποντάρει λοιπόν το υπαρκτό – ανύπαρκτο Κράτος της Δεξιάς, ώστε να διατηρείται τόσο καλά στη φθορά του Πανδαμάτορος, σχεδόν τόσο, όσο κι η κυρία Μαριάννα;;;

Μα . . . στον λαουτζίκο! Στον κακομοίρη, ο οποίος σχεδόν γουστάρει  - άφατος μαζοχιστής – την  Υ π η ρ ε σ ί α, το βύσμα, τη λαμογιά, το γλύψιμο, το θάμας του αναρριχηθέντος, την ενδόμυχη ελπίδα ότι  - μια μέρα – ο ντουνιάς ο σκάρτος κι ο παράλογος θα του φερθεί εντάξει και  . . . θα σκοτώσει και θα μείνει κι εκείνος ατιμώρητος, θα κλέψει και θα του τη χαρίσουν, θα βγάλει τα φράγκα που του πρέπουν, για να πάει στα μπουζούκια και να χτυπήσει την πιο καυτή γκόμενα του λεκανοπεδίου, κι ας πάει να κουρευτεί η πλέμπα.
Και αυτός ο λαουτζίκος αναζητά να χωθεί στο  Δ η μ ό σ ι ο, στη θεσάρα, όπου κάαααθεσαι και δε χρειάζεται να είσαι ευγενής, δε χρειάζεται να παράγεις, δε χρειάζεται να υπηρετείς τον (συμ)πολίτη σου, γιατί ΕΙΣΑΙ ΒΥΣΜΑ του βο(υ)λευτή!!!

Άρα, για να τα λέμε σωστά, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει Κράτος Δικαίου εντός του νεοφιλελεύθερου προτύπου, αφού   α υ τ ό  είναι που χρειάζεται ανεγκέφαλα μαντρόσκυλα, γνώστες μόνον της αγνοίας τους. Αυτοί είναι που ξέρουν ότι, χωρίς ένα αφεντικό να τους προστατεύσει, όσο του κάνουν τα θελήματα, οι υπόλοιποι και θα τους καταλάβουν και θα τους . . . στείλουν για δουλειά! «Απαράδεκτο, αγαπητέ μου, το απεύχομαι, ούτω θα καταστραφώμεν ως Έθνος», θα πει ο γερομαλάκας που παίρνει τρεις συντάξεις, μία ως εκ των υπηρεσιών του προς το Έθνος – ταγματασφαλίτης -, μία ως εκ του υπαλληλικού του δεσμού – προϊστάμενος στο Τμήμα Έρευνας και προώθησης στην αγορά του Καλαβρέζικου Όρχι στο Τατζικιστάν (είναι πολύ σημαντικό το έργο του εν λόγω νπδδ, μην το περιγελάτε, βρε άσχετοι!!) και μία . . . από την Εθνική Αντίσταση (υπήρχε, μας τη δώσανε, την πήραμε, τι θέτε τώρα!)

Άκρη δε βγάζω, βρε παιδί μου…. Τι απόφαση να πάρω;
Πώς να σώσω τη Χώρα;

Ες αύριον τα σπουδαία (μάλλον).

Τέλος βου μέρους
(βλέπω να ‘χει και γου)


New Year’s Resolutions Reloaded
(pt.III – Praeterea censeo Carthago delenda est.)

Κάπως έτσι φτάσαμε και στο ζουμί: Καλή και η Ιστορία, αλλά τι να την κάνεις, άμα δεν έχεις να φας; Primum vivere, deinde philosophare, πρώτα να ζεις, έπειτα να φιλοσοφείς,  σωστά;
            Για να ξαναπάρουμε τα δεδομένα:
Α) Αυτό που ζούμε,  δ ε ν  είναι καπιταλισμός.

Βου) Αυτό που ζούμε  δ ε ν πρόκειται να τελειώσει από μόνο του.

Γου και φαρμακερό)  Δ ε ν υπάρχουν τα όπλα, να τα πάρουμε και να βγούμε στο καραούλι, δ ε ν  ζει ανάμεσά μας ο Ηρακλής να ξεβρωμίσει του Αυγεία το μαγαζί,  δ ε ν  βλέπω να αποφασίζει ο σωτήρας να το πάρει πάνω του.

Άντε, να τα πάρουμε.

Επί του α.
Κι αν δεν είναι καπιταλισμός, τι είναι;
 Λοιπόν, λέγεται υβρίδιο. Συμπεριλαμβάνει τα κακά χαρακτηριστικά του γερολαδά εμπόρου (αγοράζω φτηνά, πάμφθηνα - πουλάω με κέρδος 2000% και γκρινιάζω κιόλας), του σταλινικοφασίστα γερμανοκομμουνιστή (εγώ θα πω τι θα γίνει – κι άμα κουνηθείς στην άναψα – βλέπε Δένδιας) και του σοσιαλιστή (θα σου λέω «θα» κι εσύ θα ελπίζεις ΦωτοΜπένυ, όπως φωτοφίνις).

Επί του βου.
Όσο υπάρχει ελπίδα (το «θα» του σοσιαλιστή), την έχουμε βαμμένη – κανονικά. Ο φασίστας θα εξαϋλωθεί, δώδεκα δευτερόλεπτα, αφ’ ότου η Χώρα ανακάμψει. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο και εμπειρία στο να αλλάζουν κάδρα από τον τοίχο της σαλοτραπεζαρίας – Κοκός, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Στυλιανός, Δημήτρης, και μετά Αντρέας, Κωνσταντίνος, Κωστάκης, Ελιάς, γκαπ, Αντωνάκης και ούτω καθ’ εξής. Στο τέλος και Αλέκα θα έβαζε.

Κάθε μέρα που περνάει όμως, ο ήλιος έρχεται όλο και πιο κάθετα προς την επιφάνεια της Πατρίδος. Και όλοι λέμε, «πέρασε ο ρημάδης ο χειμώνας», και ξεχνάμε ότι οι πόλεμοι γίνονται καλοκαίρι – το ‘λεγε και ο έρμος ο Θουκυδίδης. 
Η ελπίδα είναι αυτή που κάνει τη ζημιά. Σου λέει ο άλλος: «άστο, λίγο ακόμη, πού θα πάει, θα περάσει, καλοκαίρι έρχεται, κάτι θα γίνει». 
Είναι όμως αλήθεια έτσι; Είναι δυνατόν να πει ο πλούσιος  - από μόνος του – «ας δώσω κάτι και στα φτωχά, τα ορφανά και τις χήρες; Δύσκολο δεν είναι; Κι άντε και το είπε. Τι θα συμβεί που το είπες Θα το κάνει κιόλας; Θα μοιραστεί τους χιτώνες; Αν είναι έτσι, γιατί δε συνέβη ως τώρα;

Επί του γου.
(Άσχετο: Πώς ζούσαμε έως και την gap-οφράδα του Καστελλόριζου;
Τι θα συνέβαινε, αν είχε πέσει από το ποδήλατο ο μοντέρνος Πηλιογούσης, μία ώρα πριν βγει στα κανάλια, να μας ανακοινώσει το μέλλον που σήμερα ζούμε;
Τι θα συνέβαινε αν είχε φάει μια σφαίρα στο Δόξα Πατρί ο Πηλιογούσης, μία ώρα πριν δείξει το μονοπάτι στους Τουρκαλβανούς;
Θα ‘βγαινε ο Μπένυ να το πει;
Γιατί, θα ‘βγαζε κι άλλο Πηλιογούση το Σούλι;
Κι άντε κι έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης.
Θα είχε την ίδια ευκαιρία, αν απάνω στο πτώμα είχαν βρεθεί χαρτιά που να αποδείκνυαν ότι πήγαινε να προδώσει;
Θα είχε την ίδια ευκαιρία ο  - όποιος – αντικαταστάστης του "έπεσε-από-το-ποδήλατο-και-ψόφησε" γκαπ, αν στο λαπτόπ δίπλα στο πτώμα βρίσκονταν .pdf και e-mails μεταξύ του πτώματος, της ασπρομάλλας και της Οστρογότθας;
Θα το έπαιζε κι άλλος τεθλιμμένη χήρα και σωτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Χώρας;
Κι αν έτρωγε σφαίρα κι ο άλλος Πηλιογούσης;
Κι αν έπεφτε από το δεκατάχυτο κι ο νέος σωτήρας – αντικαταστάτης του πρώτου σωτήρα;
Ο  τ ρ ί τ ο ς  σωτήρας τι θα έκανε;
Θα έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης;
Θα έβγαινε και τρίτος σωτήρας – φαν της αναρρίχησης;
Τα ύψη ζαλίζουν.
Μηνά σκεφτόταν κι ο τρίτος ότι μπορεί να πέσει από το γκρεμό;

Τέλος πάντων, αυτά τα ατυχήματα έχω ακούσει ότι τα κάνουν κάτι κολλημένες με την εθνικοφροσύνη μυστικές υπηρεσίες – και δεν έχω δει καμιά μυστική υπηρεσία στην Ελλάδα να δρα με γνώμονα το εθνικό συμφέρον (από τον καιρό της Ιλιάδας κι εντεύθεν δηλαδή, όχι από παλιότερα).
Επανέρχομαι, συγγνώμη, μιλούσα μόνος μου.

Θέλουμε γου. Ναι. Θέλουμε, όχι απαξίωση των τεκταινομένων, αλλά σαφή προσανατολισμό προς τα μπροστά.
Θέλουμε ιδιωτική παραγωγή.

Ό χ ι  ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, ιδιωτική παραγωγή.

Και θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου.
Το «κάπου» δεν είναι αόριστος έννοια, κύριοι.
Το «κάπου» είναι το σπίτι μας.
Έχουμε φίλους σε ζόρια, σοβαρά ζόρια. Πρέπει να το δούμε αυτό.
Είμαστε ακόμη βολεμένοι εμείς; Οι διπλανοί πάλι, όχι.
Πρέπει να κοιτάξουμε τους διπλανούς μας, για να δούμε υπό ορθή γωνία το μέλλον.

Ο Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας, την περίφημη ρήση του οποίου δανείστηκα για τις ανάγκες του παρόντος, δεν ήταν η καλύτερη – αλλά ούτε και η χειρότερη  - μορφή της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σαν Αυτοκρατορία, αντιλαμβάνεστε, υπήρχε πολύ σκουπίδι, ίσως ανάλογο και αντίστοιχο της δόξας της Ρώμης. Κάτι σαν Ελλάδα του 2013 – χωρίς τη δόξα.
Εχθρός της Ρώμης η Καρχηδόνα, επίσης μεγάλη δύναμη της εποχής.
«Πριν από ο,τιδήποτε άλλο, ζητώ (από τη Σύγκλητο) να εγκρίνει την κήρυξη πολέμου, ώστε να καταστραφεί η Καρχηδόνα», έλεγε σε ελεύθερη μετάφραση σε κάθε λόγο που απηύθηνε στο Σώμα των Συγκλητικών ο Κικέρωνας. Έβλεπε ότι, με την Καρχηδόνα απέναντι, περισσότερη δόξα για τη Ρώμη δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί.
Σήμερα, η δόξα έχει πάει στράφι. Μένει η ανάκαμψη. Δεν είναι δόξα αυτή;
Θέλουμε – χρειάζεται – να γυρίσουμε τα ρολόγια πέντε χρόνια πίσω.
Πρέπει να το θέλουμε.
Και θα γίνει. Αλλά θέλει δουλειά. Και τη θέλει τώρα. Από όλους.

Θέλουμε μέλλον; Πρέπει να φτιάξουμε το μέλλον.
Υπάρχει άλλο μέλλον από το 2008;
Πίσω στο μέλλον – γίνεται;
Για θυμηθείτε πώς ήταν, για να δείτε αν γίνεται.
Για να δείτε, αν αξίζει να προσπαθήσετε.
Για να το δούμε μαζί.


Κι ας προσπαθήσουμε.

του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

New Year’s Resolutions Reloaded (pt.III – Praeterea censeo Carthago delenda est.)


Κάπως έτσι φτάσαμε και στο ζουμί: Καλή και η Ιστορία, αλλά τι να την κάνεις, άμα δεν έχεις να φας; Primum vivere, deinde philosophare, πρώτα να ζεις, έπειτα να φιλοσοφείς,  σωστά;
            Για να ξαναπάρουμε τα δεδομένα:
Α) Αυτό που ζούμε,  δ ε ν  είναι καπιταλισμός.
Βου) Αυτό που ζούμε  δ ε ν πρόκειται να τελειώσει από μόνο του.
Γου και φαρμακερό)  Δ ε ν υπάρχουν τα όπλα, να τα πάρουμε και να βγούμε στο καραούλι, δ ε ν  ζει ανάμεσά μας ο Ηρακλής να ξεβρωμίσει του Αυγεία το μαγαζί,  δ ε ν  βλέπω να αποφασίζει ο σωτήρας να το πάρει πάνω του.
Άντε, να τα πάρουμε.
Επί του α.
Κι αν δεν είναι καπιταλισμός, τι είναι; Λοιπόν, λέγεται υβρίδιο. Συμπεριλαμβάνει τα κακά χαρακτηριστικά του γερολαδά εμπόρου (αγοράζω φτηνά, πάμφθηνα - πουλάω με κέρδος 2000% και γκρινιάζω κιόλας), του σταλινικοφασίστα γερμανοκομμουνιστή (εγώ θα πω τι θα γίνει – κι άμα κουνηθείς στην άναψα – βλέπε Δένδιας) και του σοσιαλιστή (θα σου λέω «θα» κι εσύ θα ελπίζεις ΦωτοΜπένυ, όπως φωτοφίνις).
Επί του βου.
Όσο υπάρχει ελπίδα (το «θα» του σοσιαλιστή), την έχουμε βαμμένη – κανονικά. Ο φασίστας θα εξαϋλωθεί, δώδεκα δευτερόλεπτα, αφ’ ότου η Χώρα ανακάμψει. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο και εμπειρία στο να αλλάζουν κάδρα από τον τοίχο της σαλοτραπεζαρίας – Κοκός, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Στυλιανός, Δημήτρης, και μετά Αντρέας, Κωνσταντίνος, Κωστάκης, Ελιάς, γκαπ, Αντωνάκης και ούτω καθ’ εξής. Στο τέλος και Αλέκα θα έβαζε.
Κάθε μέρα που περνάει όμως, ο ήλιος έρχεται όλο και πιο κάθετα προς την επιφάνεια της Πατρίδος. Και όλοι λέμε, «πέρασε ο ρημάδης ο χειμώνας», και ξεχνάμε ότι οι πόλεμοι γίνονται καλοκαίρι – το ‘λεγε και ο έρμος ο Θουκυδίδης. Η ελπίδα είναι αυτή που κάνει τη ζημιά. Σου λέει ο άλλος: «άστο, λίγο ακόμη, πού θα πάει, θα περάσει, καλοκαίρι έρχεται, κάτι θα γίνει». Είναι όμως αλήθεια έτσι; Είναι δυνατόν να πει ο πλούσιος  - από μόνος του – «ας δώσω κάτι και στα φτωχά, τα ορφανά και τις χήρες; Δύσκολο δεν είναι; Κι άντε και το είπε. Τι θα συμβεί που το είπες Θα το κάνει κιόλας; Θα μοιραστεί τους χιτώνες; Αν είναι έτσι, γιατί δε συνέβη ως τώρα;
Επί του γου.
(Άσχετο: Πώς ζούσαμε έως και την gap-οφράδα του Καστελλόριζου;
Τι θα συνέβαινε, αν είχε πέσει από το ποδήλατο ο μοντέρνος Πηλιογούσης, μία ώρα πριν βγει στα κανάλια, να μας ανακοινώσει το μέλλον που σήμερα ζούμε;
Τι θα συνέβαινε αν είχε φάει μια σφαίρα στο Δόξα Πατρί ο Πηλιογούσης, μία ώρα πριν δείξει το μονοπάτι στους Τουρκαλβανούς;
Θα ‘βγαινε ο Μπένυ να το πει;
Γιατί, θα ‘βγαζε κι άλλο Πηλιογούση το Σούλι;
Κι άντε κι έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης.
Θα είχε την ίδια ευκαιρία, αν απάνω στο πτώμα είχαν βρεθεί χαρτιά που να αποδείκνυαν ότι πήγαινε να προδώσει;
Θα είχε την ίδια ευκαιρία ο  - όποιος – αντικαταστάστης του "έπεσε-από-το-ποδήλατο-και-ψόφησε" γκαπ, αν στο λαπτόπ δίπλα στο πτώμα βρίσκονταν .pdf και e-mails μεταξύ του πτώματος, της ασπρομάλλας και της Οστρογότθας;
Θα το έπαιζε κι άλλος τεθλιμμένη χήρα και σωτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Χώρας;
Κι αν έτρωγε σφαίρα κι ο άλλος Πηλιογούσης;
Κι αν έπεφτε από το δεκατάχυτο κι ο νέος σωτήρας – αντικαταστάτης του πρώτου σωτήρα;
Ο  τ ρ ί τ ο ς  σωτήρας τι θα έκανε;
Θα έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης;
Θα έβγαινε και τρίτος σωτήρας – φαν της αναρρίχησης;
Τα ύψη ζαλίζουν.
Μηνά σκεφτόταν κι ο τρίτος ότι μπορεί να πέσει από το γκρεμό;
            Τέλος πάντων, αυτά τα ατυχήματα έχω ακούσει ότι τα κάνουν κάτι κολλημένες με την εθνικοφροσύνη μυστικές υπηρεσίες – και δεν έχω δει καμιά μυστική υπηρεσία στην Ελλάδα να δρα με γνώμονα το εθνικό συμφέρον (από τον καιρό της Ιλιάδας κι εντεύθεν δηλαδή, όχι από παλιότερα).
Επανέρχομαι, συγγνώμη, μιλούσα μόνος μου.

Θέλουμε γου. Ναι. Θέλουμε, όχι απαξίωση των τεκταινομένων, αλλά σαφή προσανατολισμό προς τα μπροστά.
Θέλουμε ιδιωτική παραγωγή.
Όχι ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, ιδιωτική παραγωγή.

Και θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου.
Το «κάπου» δεν είναι αόριστος έννοια, κύριοι.
Το «κάπου» είναι το σπίτι μας.
Έχουμε φίλους σε ζόρια, σοβαρά ζόρια. Πρέπει να το δούμε αυτό.
Είμαστε ακόμη βολεμένοι εμείς; Οι διπλανοί πάλι, όχι.
Πρέπει να κοιτάξουμε τους διπλανούς μας, για να δούμε υπό ορθή γωνία το μέλλον.

Ο Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας, την περίφημη ρήση του οποίου δανείστηκα για τις ανάγκες του παρόντος, δεν ήταν η καλύτερη – αλλά ούτε και η χειρότερη  - μορφή της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σαν Αυτοκρατορία, αντιλαμβάνεστε, υπήρχε πολύ σκουπίδι, ίσως ανάλογο και αντίστοιχο της δόξας της Ρώμης. Κάτι σαν Ελλάδα του 2013 – χωρίς τη δόξα.
Εχθρός της Ρώμης η Καρχηδόνα, επίσης μεγάλη δύναμη της εποχής.
«Πριν από ο,τιδήποτε άλλο, ζητώ (από τη Σύγκλητο) να εγκρίνει την κήρυξη πολέμου, ώστε να καταστραφεί η Καρχηδόνα», έλεγε σε ελεύθερη μετάφραση σε κάθε λόγο που απηύθηνε στο Σώμα των Συγκλητικών ο Κικέρωνας. Έβλεπε ότι, με την Καρχηδόνα απέναντι, περισσότερη δόξα για τη Ρώμη δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί.
Σήμερα, η δόξα έχει πάει στράφι. Μένει η ανάκαμψη. Δεν είναι δόξα αυτή;
Θέλουμε – χρειάζεται – να γυρίσουμε τα ρολόγια πέντε χρόνια πίσω.
Πρέπει να το θέλουμε.
Και θα γίνει. Αλλά θέλει δουλειά. Και τη θέλει τώρα. Από όλους.

Θέλουμε μέλλον; Πρέπει να φτιάξουμε το μέλλον.
Υπάρχει άλλο μέλλον από το 2008;
Πίσω στο μέλλον – γίνεται;
Για θυμηθείτε πώς ήταν, για να δείτε αν γίνεται.
Για να δείτε, αν αξίζει να προσπαθήσετε.
Για να το δούμε μαζί.
Κι ας προσπαθήσουμε.





Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Προσπαθώ.



Να καταλάβω.
Να επιλύσω.
Να τροποποιήσω.
Να μεταφέρω.

Αλλά δε γίνεται.
Αντιμετωπίζω τοίχους άρνησης.
Κινούμαι ανάμεσα σε κενά λογικής.
Προσδοκώ από τους αμετανόητους.

Τι πρέπει, στ’ αλήθεια, να κάνω;
Πρέπει να μιλάω με μικρές προτάσεις;
Πρέπει να μη χρησιμοποιώ δύσκολες λέξεις;
Πρέπει να φέρω το χρόνο πίσω;

Ίσως αυτό να ‘ναι. Να φέρω το χρόνο πίσω.
Να γυρίσουν όλα στα σατέν και τα στολίδια.
Μα δε γίνεται.
Γίνεται;

Εξαρτάται από μένα;
Εξαρτάται από πολλούς σαν κι εμένα;
Υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα;
Πού είναι αυτοί οι πολλοί;
Γιατί δεν τους αναγνωρίζω στην καθημερινή μου βόλτα;

Πού είναι αυτοί που ήταν σαν κι εμένα;
Πού είμαι εγώ, που ήμουν σαν κι αυτούς;
Ήμουν σαν κι αυτούς;
Άλλα λέει η πραγματικότητα.

Κι αν εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς, κι εκείνοι δεν είναι σαν κι εμένα;
Εγώ είμαι μόνος, ή εκείνοι  - όλοι μαζί – γεμάτοι μοναξιά;

Θα λυθεί;
Θα λυθεί για μένα;
Θα λυθεί γι’ αυτούς;
Μπορεί να λυθεί για όλους ταυτόχρονα;

Αν δε γίνει, εγώ προσπάθησα.
Να το θυμάμαι.
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ώρα πολέμου.


Ελάχιστη προθεσμία μου δίνει ο χρόνος, πριν θεωρηθεί ότι γράφω αστεία πρωταπριλιάτικα. Και πάλι, ίσως αστείο θεωρηθεί. Αλλά, συγχωρέστε με, έμπνευση δεν έχω, οπότε ας φύγει ο μήνας, όπως μπήκε. Μουντά.
            Δεν κάναμε τίποτε όλον αυτόν τον καιρό. Αφεθήκαμε στη λογική της επόμενης μέρας, ακόμη ακόμη και στη σκέψη ότι κάποιος άλλος θα κάνει αυτό που πρέπει  - και όλοι το ξέρουμε, τι πρέπει.
Την τύφλα μας ξέρουμε. Αναπαράγουμε ειδήσεις, αυτό μόνο ξέρουμε πλέον να κάνουμε. Αφήνουμε το τροπάρι να εξελιχθεί και εμείς κυνηγάμε χίμαιρες.
Έχει γίνει και αυτή η στροφή που πολύ τα έχει μπερδέψει όλα. Είναι και τα δικά μας γερόντια που προσπαθούν να αποδείξουν με όρους του ’80 τις πραγματικότητες του 2013, είναι θέμα.
Ξέρετε τι; Εν έτει 2013 παρουσιαζόμαστε να είμαστε μόνο το 27% του ελληνικού πληθυσμού των ψηφοφόρων. Έχουμε απέναντί μας το 73%. Δε σας κάνει εντύπωση, φίλοι; Δεν προβληματίζεστε που δεν αλλάζει αυτό; Είναι δυνατόν να ισχύει;
Έγραψε ο καλός φίλος, ο Κώστας, κάτι πάνω σε αυτό, το αναφέρω αυτούσιο, μπείτε στον κόπο, σας παρακαλώ, να το διαβάσετε.
Αλλά εμένα δε με καίει μόνον αυτό. Με προβληματίζει περισσότερο το ότι, όσοι κι αν είναι, είναι ακόμη απέναντι. Κάνουμε κάτι λάθος, βρε παιδί μου; Κάτι πέρα και έπειτα από αυτό το φαύλο κύκλο ασυνεννοησίας και αναβλητικότητας; Ή μήπως είναι αυτό το μόνο πρόβλημα; Γιατί, αν είναι αυτό, τότε μόνον αυτό πρέπει να διορθώσουμε. 
Εγώ αυτό νομίζω ότι είναι. Δε διανοούμαι ότι το 73% του ελληνικού λαού έχει άποψη αντίστοιχη με της κυβερνητικής πολιτικής. Δε χωράει ο νους μου ότι υπάρχει τόση κουταμάρα, αφού υπάρχει τόσο περισσότερη πείνα. Και δεν πιστεύω ότι υπάρχει ακόμη ξύγκι σε όλους αυτούς τους φαινομενικά μουγκούς, τους φαινομενικά κουφούς, τους φαινομενικά τυφλούς. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι – μην το ξεχνάμε αυτό – που, τρία τέσσερα μόλις χρόνια πριν, συναντούσαμε στις γιορτές και στις εξόδους μας. Τώρα ούτε εκείνοι, ούτε εμείς βγαίνουμε έξω, για να δούμε ότι παραμένουμε οι ίδιοι άνθρωποι. Δεν έγιναν αριστεροί, όχι. Γιατί, εμείς γίναμε; Γιατί, εμείς ήμασταν; Ειλικρινά τώρα, πίστευε κανείς – έξω από το 3%  - ότι θα ερχόταν μέρα που να υπάρχει διψήφιο νούμερο στο Συνασπισμό;
Μήπως αυτό είναι και το πρόβλημα; Μήπως το 3% φοβίζει το 73% σχετικά με τις προθέσεις, τις δυνατότητες και – κυρίως – τη μελλοντική του στάση; Γιατί, διαφορετικά, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να αγγίζει το 73%. Σήμερα, τώρα. Από τη μια οι φραγκάτοι, τα λαμόγια και τα σκυλιά τους, κι από την άλλη ο Έλληνας. Έτσι δεν είναι η κανονική αντιστοιχία;
Θα προτείνω κάτι. Γίνεται να μιλήσει μόνον ο Αλέξης, εκ μέρους όλων; Γίνεται να ακούσουμε τη δική του και μόνο φωνή, χωρίς εκπροσώπους, χωρίς αντ’ αυτού, χωρίς παράθυρα εκφραστών; Αν γίνεται αυτό, θέλω να προτείνω και κάτι άλλο: Γίνεται να πληρωθούν όλοι οι όροι της ομιλίας αυτής; Υπάρχει ένα σαφές διασπαστικό κέντρο θέσεων – απόψεων και ενδιαφερόντων. Είναι η λεγόμενη πολυφωνία. Σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα, αυτό είναι το μόνο ζητούμενο. Έχουμε Δημοκρατία και δεν το κατάλαβα; Δεν έχουμε, π’ ανάθεμά την. Και γι’ αυτό το λόγο, σκόπιμο είναι ο Αλέξης – και μόνο – να αναφερθεί με τη φωνή του λαού, σχετικά με όσα απασχολούν το λαό. Τι θέλει αυτός ο λαός; Να μάθει πότε πέθανε ο τάδε, ο δείνα, ο εξαίρετος αγωνιστής του ’44-’49; Είναι δυνατόν να καθόμαστε να αναμασάμε άχρηστη ιστορική γνώση, όταν αυτό είναι αδύνατον να είχε θέση στις ζωές του λαού πριν μόλις 4 χρόνια; Είναι δυνατόν να συζητάμε και να αναμασάμε έννοιες όπως «αλληλεγγύη», «αντιρατσισμός», «αντιφασισμός», οι οποίες δεν ενδιαφέρουν, δεν αφορούν, δεν αγγίζουν τον αγράμματο, το φτωχό, τον πτωχό, το πρεζόνι, τον αγρότη, τον απολυμένο υπαλληλάκο; Προς Θεού, μην παρεξηγηθώ! Είναι όλα σημαντικά, σημαντικότατα! Αλλά: τους αφορούν όλους; Ξέρουν όλοι για τι πράγμα μιλάει καθένας; Ποιος από εσάς που διαβάζετε (ελπίζω) αυτή τη στιγμή το παρόν, έχετε ιδέα για το ντανταϊσμό; Ποιος για το κίνημα της garage μουσικής; Ποιος για τα Δεκεμβριανά; Ποιος για τη μαζική εξόντωση των φαλαινών από τους Ιάπωνες; Ποιος για το Κοζλοντούι; 
Μην εξεγείρεστε ακόμη. Μη λέτε: «τι λέει αυτός;» Σκεφτείτε το: μπήκαμε στη λογική των αναπαραγωγών του ίντερνετ και νιώθουμε σπουδαίοι που βρήκαμε την είδηση, το νέο, το παλιό. Αφορά αυτό κανέναν; Μπορεί. Αν όμως όχι, χάσαμε τη μπάλα. Και η μπάλα είναι το θέμα. Η αλλαγή πολιτικού σκηνικού. Όχι οι ονειρώξεις περί μιας μεγάλης κοινωνικής ανατροπής, της κρίσης μεσούσης και των ανθρώπων εξαθλιωμένων. Όλα έχουν τη σειρά τους. Μπορούμε κατ’ αρχήν να πείσουμε τον κόσμο ότι δεν είμαστε οι αιθεροβάμονες επικίνδυνοι ανεύθυνοι που ισχυρίζεται ο Δένδιας και ο Κεδίκογλου; Πρέπει να κοπιάσουμε γιαυτό. Γιαυτό, όχι για τα άλλα. Και δε χρειαζόμαστε ΠΑΣΟΚους να μας βάλουν στο πνεύμα. Ο λαός θέλει να ξεφύγει από αυτή τη ντροπή. Δεν είναι δυνατόν να βλέπει παλιούς ντενεκέδες, καλαφατισμένους και βαμμένους κόκκινους.  Ούτε να ακούει τον κάθε εξηντάρη να εξηγεί γιατί απέτυχε είκοσι χρόνια τώρα. Μην τους κάνουμε να μας μέμφονται. Να τους πείσουμε, θέλουμε, ότι εμείς είμαστε η λύση. Γιατί εμείς είμαστε η λύση. Εμείς είμαστε ο ΣΥΡΙΖΑ. 
Διαβάστε Περισσότερα »