Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

The Miracle of Art *




«Κι ο Χάρης; Ο Χάρης τι θα βγάλει, μου λες;» διαμαρτυρήθηκε – και με το δίκιο της - η όχι-και-τόσο-μωρή παρθένα.

«Και καλά, δε χρειάζεται άδεια, και καλά, χωρίς το κατιτίς μας, όλα τζάμπα πια! Ε, ας πάει να το κάνει μόνος του. Κι αν το κάνει δηλαδή, ο παλιόγερος, ο τζαμπατζής. Μωρέ στα καλάμια θα τον χώσω, πίσω στα μπλόκια, να τους φάνε τα κουνούπια, κοντά στα τσαντίρια των γύφτων, κάτω από τα λύματα, με τις νταλίκες να κορνάρουν καθώς θα παίρνουν στροφή στην ανηφόρα!»



«Μήπως υπερβάλλεις λίγο, μωρή παρθένα μ’; Μήπως σε πάρουν γραμμή ότι το κάνεις επίτηδες, επειδή δεν τσίμπησες το κατιτίς σου;», είπε μειλίχια ο επτασάγωνος τυροπιτάκιας, μειδιώντας άμα – διότι ούτε κι εκείνος είχε κατορθώσει να τσιμπήσει κάτι – όπως ούτε κι ο άλλος, ο μπαίχτης ο καδρονάτος.



Κανείς δεν τσίμπησε τίποτε.



Επέμεινε η μωρή: «Ούτε να του πουν του παιδιού να τους παίξει κάτι – με το αζημίωτο, φυσικά! Τσιριχτοί τραγουδιάρηδες από τας Αθήνας, βέβαια, ούτε σουβλάκια, ούτε κλαρίνα του κάνουν του κυρίου! Ντενεκέδια και προσωπική εργασία και … δωρεάν!!! Το καταλαβαίνεις;;; Δωρεάν!!! Αμ έτσι το θέλεις, κύριε; Θα δεις εσύ! Τελευταία στιγμή θα σε πάω, στη γούβα θα σε χώσω, να μάθεις πώς είναι τα πράγματα εδώ! Κι ας δούμε πόσοι θα έρθουν να δουν τις χαμάρες σου. Όχι, που θ’ αφήσουν το βιδωμένο νεράντζι που ‘φτιαξε ο Χαρούλης μου, για να δούνε τσιγκολελέτες!»



Ο χωριάτης που διαφέντευε την πόλη, δεν πήρε γραμμή τίποτε. Του είχαν όμως υποσχεθεί κι αυτουνού το κατιτίς και το περίμενε, επί ματαίω. Τσαντίστηκε, η αλήθεια να λέγεται, αλλά, ωσάν χωριάτης, έβαλε κατά νου ότι μπορεί να είχε άλλα οφέλη αυτή η δουλειά.

«Άστους να σφαχτούνε μεταξύ τους και μετά θα εμφανιστώ ως θεματοφύλακας της Αρχής, την οποία εκπροσωπώ, και θα τσιμπήσω όσα ψηφαλάκια δω εύκαιρα. Ναι, αυτό θα κάνω! Κι αν ο γέρος δεν τα καταφέρει, θα τους πω ότι δε με ρώτηξε. Μόνο να κανονίσω να είμαι σε κανά πανηγύρι, όταν με αναζητάνε και να μην ξεχάσω να πω και του κολαούζου να μου βρει κανά εμπιθρί με κανά κλαρίνο, αλλά διακριτικό, να μην τηνέ πατήσω σαν τον Αείμνηστο που τονέ πήρανε γραμμή, όταν έβαζε Πίτσα στο Μέγαρο. Μα, κι αυτός ο άνθρωπος, τι πήγε και κάλεσε ‘κει, τραγουδιάρηδες από τους τσιριχτούς; Δεν έκανε να φέρει κανά ντιριντάχτα, πώς έκανε ο καρπούζης προχτέ;»



…….


Εννιά η ώρα.

Νταλίκες παρκαρισμένες, τόσες που να μη βλέπεις πού είναι ο χώρος της εκδήλωσης. Μάλλον το ξεφούρνισαν το μυστικό («πού είναι, ρε παιδιά;;;») οι ψαράδες και οι γύφτοι κι αυτοί που χέζουν στα μπλόκια και τα πρεζόνια και τα παιδάκια που κάνουνε παρκούρ πάνω στο θάνατο της πόλης, τα μπλόκια τα παρατημένα, και οι γαμιάδες που πετάνε τις καπότες, για να ξέρει ο κόσμος ότι εκείνοι γάμησαν – πώς κάνουν τα σκυλιά που κατουράνε τη ζώνη κυριαρχίας τους.


Το λούνα παρκ ανοιχτό, μουσική στο τέρμα, επιτέλους λίγη τέχνη ανεκτή. Μόνο φως κατεύθυνσης αυτό. Αν δεν ήσουν από τούτα τα μέρη, σιγά μην πήγαινες κατά το σκοτάδι.



Κι εκεί, πίσω στα καλάμια, στο χώμα και τη λάσπη από τις σωλήνες που κλέβουν νερό «για της ανάγκες της επιχείρησης», εκεί, με πλαστικές καρέκλες, εκεί, με συρμάτινες υπενθυμίσεις του ποιος-κάνει-κουμάντο-εδώ, πίσω από το τίποτε, εγεννήθη κάλλος.



«Μπαμπά, πώς το επέτρεψαν αυτό το θαύμα;

Εδώ τίποτε όμορφο δεν αφήνουν να ζήσει!», απόρησε ο μεγάλος.



Γεμάτος ο χώρος από κόσμο που δε συνωστίζεται, δεν εμποδίζει, δε φωνασκεί. Έχουν όλοι χάσει τη λαλιά τους. Όλοι κάθονται και θαυμάζουν. Δεν είναι το μήνυμα της ανακύκλωσης και η περιβαλλοντολογική ανησυχία αυτή που τους έχει ημερώσει. Δεν είναι το γελοίον του περιβάλλοντος χώρου, αυτό που - σε άλλες περιπτώσεις - θα ήταν ικανό να τους εξαγριώσει.



Είναι η Τέχνη.



Η απόλυτη ομορφιά που ξεπήδησε από το μυαλό και την ψυχή, την εμπειρία και το καταστάλαγμα του ανθρώπου, ο οποίος υπερέβη εαυτόν και έδωσε το είναι του. Αυτό θαυμάζει ο γραμματιζούμενος κι ο αγράμματος αντάμα, επειδή η Τέχνη η σαφής, η ολοκληρωμένη, η γραμμή προς τη Θέωση δεν έχει κοινό απομονωμένο, δεν έχει ειδήμονες και μη, επειδή ψυχή έχουν όλοι - κι η Τέχνη στην Ψυχή απευθύνεται.



Όλοι; Ίσως όχι όλοι – όλοι. Σε μια περίοπτο θέση ο  χωριάτης διαφεντευτής έχει βάλει στο εμπιθρί τα κλαρίνα και η παρθένα έχει τα μούτρα κατεβασμένα, διότι δε μπορεί να χωνέψει ακόμη ότι ο παλιόγερος τα κατάφερε, ούτε ότι όλο τούτο το πελατολόγιο δε θα πάει στο βιδωμένο νεράντζι απόψε. 



Κι ανοίγοντας εκείνη η βραδιά ακούγονται τα συνήθη. Μόνο μια ψυχή που ξέρει τι συνέβη για να γίνει η Αρετή κτήμα, μπουκώνει και το παλεύει και το ξαναπαλεύει, αλλά στο τέλος μπουκώνει και κάνει την Οργή δάκρυ και συγκίνηση.



Κι ο άνθρωπος με τη Φωτιά στο μυαλό και την Τέχνη στα χέρια λέει τρεις αράδες:


«Αγαπώ την πόλη αυτή, έφτιαξα αυτό για σας, ελπίζω να το χαρείτε».



Μα δε χρειάζεται να πει τίποτε.



Μιλούν γι’ αυτόν και τον τιμούν οι άνθρωποι που ξέρουν καλά την Τέχνη τους – εκείνοι ήρθαν μόνο για εκείνον.



Οι ευγνώμονες παριστάμενοι ξεχνάνε τον περιβάλλοντα χώρο, αποδιώχνουν το βάρος της Ψυχής και την αφήνουν να πετάξει για λίγο στους ουρανούς, όσο οι φωνές και τα φώτα και το Έργο τους ταξιδεύει. 

Γίνονται, γινόμαστε όλοι, καλύτεροι άνθρωποι.



Ο χωριάτης ακούει για λίγο το πρόγραμμα – τέλειωσε το εμπιθρί δέκα λεπτά πριν, αχ! αυτός ο κολαούζος!

«Δεν ειν’ κακό, πιο πολλή πλάκα έχουν τα κλαρίνα όμως», μονολογεί, ίσως ελαφρώς πιο δυνατά από όσο θα 'πρεπε, αλλά δεν τον ακούει κανείς – δηλαδή τα αυτιά που τον ακούν δεν πιάνονται, ο ένας ξέρει μόνο από «εν σώματι υγιεί» κι η άλλη κάνει υπολογισμούς των χαμένων εισπράξεων.



Εμείς οι άλλοι, ήρεμα αναστατωμένοι κι ευχάριστα, νιώθουμε το φέγγος της βραδιάς να χάνεται και ξαναγυρνάμε - ευτυχείς και δυστυχείς συνάμα – στο βούρκο, στα μπλόκια, στις πεταμένες καπότες, στις νταλίκες, στη βρωμιά και της δυσωδία της μικρής μας πόλης.



Κι εμένα μου ‘ρχονται κείνου του λιγδιάρη τα λόγια, τη στιγμή που δίπλα στην εν τω τόπω εκπροσωπούμενη ελεγκτική του Τύπου Αρχή κάτι μπαρμπαλίζω ανεξέλεγκτα και χωρίς συναίσθησιν της θέσεώς μου, ως εκ της ιδιότητός μου ως αμίσθου (να υπογραμμισθεί) παραστάτου και αρωγού της Δικαιοσύνης:

«Άστον αυτόν να τα πει, εσύ μην εκτίθεσαι».



Αλλά αυτά δε γίνονται σε ευνομούμενες πολιτείες και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα και να μην τους ακούτε τους παραμυθάδες ψευταράδες δικηγόρους.

(Αφιερωμένο στους υπέροχους ανθρώπους της Όπερας του Νερού και του Ονείρου)

* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 3 Ιουλίου 2016

Μεταφράζοντας *





Λατρεύουμε τη μετάφραση.
Επειδή μπορούμε, επειδή μας αρέσει, επειδή μας βολεύει.

Η αγγλική, ενδεχομένως κι άλλες γλώσσες, αλλά εγώ αυτήν ξέρω, εξόν από τη μητρική μου, χρησιμοποιεί δύο όρους:
translation & interpretation.

Ίσως βοηθήσει τους αγγλομαθείς αυτή η αναφορά, αν και οι πιο κλασικοί θα πουν ότι translation είναι η μετάφραση, ενώ interpretation η ερμηνεία.

Θα γίνει όμως αντιληπτό, είμαι σχεδόν βέβαιος, πιο κάτω, ότι το ζητούμενο δεν είναι ακριβώς η ερμηνεία, αλλά η λεπτή, όσο και ουσιώδης ενδιάμεση έννοια, η οποία στα ελληνικά είναι μεν διακριτή μέσω των συμφραζομένων, πλην όμως είναι και ελαφρώς δαιδαλώδης σε επίπεδο κατανόησης, όσο και το είδος μας.

Και οι δυο είναι δόκιμοι, πάντως, όροι, και χρήσιμοι στην παρούσα σκέψη, αλλά το interpretation λίγο περισσότερο.

Ήδη «μεταφράζω» κατά το δοκούν και το σκόπιμο - και μόλις αντιστρατεύτηκα τον ισχυρισμό μου, εάν το προσέξατε.

Υποχρεωτικά, θα πει κανείς, βλέπουμε τις ενέργειες των άλλων υπό το πρίσμα της δικής μας προσωπικότητας.

Όχι υποχρεωτικά, θα υποστηρίξω, εν προκειμένω, αφού υπάρχει πάντοτε και η αντικειμενική πραγματικότητα.

Αλλά το πράττουμε, διότι, εάν δεν το κάναμε, θα ήμαστε όλοι αντικειμενικοί – και αυτό θα αντίκειτο στην Αρχή της Διαφορετικότητας.

Το πρίσμα μας, αυτό μέσα από το οποίο γεννώνται τα γούστα μας, οι προτιμήσεις μας, μέσα από το οποίο εκφράζονται αυτά τα γούστα και εκείνες οι προτιμήσεις, είναι, επομένως, μια οπτική μέσα από δυο κάτοπτρα:
Το κάτοπτρο που φτιάξαμε, όταν χρειαζόταν να επιλέξουμε τι «θα μας αρέσει», και το κάτοπτρο που χρησιμοποιούσαμε κάθε φορά που έπρεπε να αλλάξουμε ή να αλλοιώσουμε τις αρχικές μας διαπρισματικές επιλογές.

Το ένα μέσα από το άλλο, εμείς μέσα από εμάς.






Ένα απλό παράδειγμα: Ο μικρός μου γιος με ρωτάει γιατί έχω τόσες μαύρες μπλούζες.

Εγώ αναρωτιέμαι – σχεδόν ακαριαία – αν δεν έχει καταλάβει ότι όλοι οι χοντροί φοράνε μαύρα για να «κόβει» το περίγραμμα της κοιλάρας.

Όμως του απαντώ πηγαίνοντας πιο πίσω, ότι κάποια στιγμή στα είκοσί μου, κόλλησα με αυτό το χρώμα και το κράτησα από συνήθεια.

Είπα μια αλήθεια και είπα και μια άλλη, από μέσα μου, χωρίς να είναι ποτέ στη φύση μου, το μωβ, το ροζ, το λιλά, το λευκό.

Κι έκρυψα μια τρίτη.
Επέλεξα το μαύρο από εικόνες ορφανών και χήρων, οι οποίες είχαν εντυπωθεί στο μυαλό μου. Κι εγώ στα είκοσι ορφάνεψα.

Επέλεξα το μαύρο, όταν το στερεότυπο του κουλ έγινε εικόνα μέσα από την πρώτη μας τηλεόραση (Tesla, παρακαλώ) και το Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ.



Επέλεξα το μαύρο, όταν ήθελα τα κοινότυπα καστανά μάτια μου να είναι μαύρα.

Ποια έκρυψα;


Επέλεξα ή «επελέγην»;
Διαμόρφωσα στυλ ή με έφεραν, ζωή και καταστάσεις και συλλογικό ασυνείδητο, σε αυτό που είναι απλώς μια ακόμη φιγούρα σε έναν κόσμο που επιλέγει χρώματα μεμονωμένα (άσπρο, κίτρινο, κόκκινο, μπλε, κανένα καραβάκι δε βλέπω στο Αιγαίο), το σύνολό τους (this should be white, old folks), ή τον απορροφητήρα τους;

Και, φυσικά, («φυσικά;») όποια απάντηση και να έδινα στο μικρό μου γιο, λάθος δε θα έκανα, ψέμα δε θα έλεγα.

Κι αν ήθελα να πω στον εαυτό μου ότι είπα όλη την αλήθεια, θα έλεγα και ότι σιχαίνομαι το ροζ, το λιλά και το φυστικί.

Αλλά αυτό δε θα ήταν αλήθεια.

Διότι θα διαθλούσα και πάλι την πραγματικότητα, «ξεχνώντας» ότι έχω μια εικόνα από αυτόν ακριβώς το χρωματικό συνδυασμό, πάνω σε άλλον άνθρωπο, η οποία με είχε μαγέψει – και πάντοτε θα το κάνει.

Είναι ίσως αστείο το γεγονός ότι ο χρωματικός συνδυασμός που μόλις ανέφερα, δεν είναι ακριβής. 

Εγώ έχω βάλει αυτά τα τρία χρώματα να αντιπροσωπεύουν εκείνην την εικόνα, επειδή εγώ επιλέγω να την αλλοιώσω, ώστε να δικαιολογήσω την αρνητική εντύπωση.

Θα αλλοίωνα  - και το κάνω – κάθε φορά το χρώμα, επειδή το χρώμα αυτό χρησιμοποιεί ένας αντίζηλός μου κι αυτόν τον άνθρωπο κάποιος που εγώ επιθυμούσα, δε θα τον άλλαζε ποτέ για μένα.

Μίσησα το χρώμα, επειδή το συνέδεσα με μια εικόνα – όχι όμως του χρώματος, αλλά του εμπεριεχομένου.

Και είναι όλα χρώματα, και τα γούστα είναι γούστα.

Οι άνθρωποι επιλέγουμε ή επιλεγόμαστε.
Λέμε και ξελέμε.

Μεταφράζουμε την εικόνα μπροστά στα μάτια μας με αυτήν που έχουμε δημιουργήσει, για να συνεχίσουμε τη ζωή μας.

Διατηρούμε την ψευδαίσθηση πως αυτό που εμείς είπαμε, αυτό που εμείς είμαστε, δεν είναι αντικείμενο κρίσης, δεν υπόκειται σε κριτική ή έλεγχο, ότι εμείς έχουμε τη δυνατότητα αυτή, επειδή εμείς πάθαμε, εμείς δε χρειαζόταν να μάθουμε από το πάθημα, επειδή εμείς δε θα μπορέσουμε να συγχωρέσουμε, αφού εμείς υπερβαίνουμε την υποκειμενική θεώρηση των άλλων εις βάρος μας και μένουν μόνον τα καλά.

Ξεπερνάμε το πρόβλημα που δημιουργήσαμε φτιάχνοντας τοίχους από εικόνες, οι οποίες επιδοκιμάζουν το εγώ μας. Μέσα σε αυτές, μέσα από αυτές, εμείς δεν ευθυνόμαστε, εμείς δεν είμαστε σαν τους άλλους, σε μας δεν έπρεπε να συμβεί.

Κι αντίστοιχα, όταν μας καταστεί υποχρεωτικό να δικαιολογήσουμε τις επιλογές μας, με περισσή ευκολία ισχυριζόμαστε για κάποιον άλλον ότι λίγα ήταν τα καλά του, αφού δεν τον έχουμε, διότι σε κάθε άλλη περίπτωση θα έπρεπε να υποστούμε τις συνέπειες και της διατήρησης των προτιμήσεών μας και των επιλογών μας, αφού με το λιλά μείναμε, με το ροζ ζούμε και φυστικί είναι ο ρόλος μας στη ζωή.

Το μαύρο είναι για τα ορφανά. 

*του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Simon says *



Έχω ένα φίλο από τα δώδεκά μου. Ο ένας ανακάλυψε τον άλλο τυχαία, εξαιτίας μιας κασέττας των Pink Floyd. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαμε πικάπ, οπότε συναντηθήκαμε σε ένα υπόγειο ενός δισκάδικου στη Θήβα, εκεί που είχε τα "ροκ". Σαν να ξεφύτρωσε στο χώρο, ένιωσα ότι ήταν από πάντα εκεί και δεν τον αποχωρίστηκα έκτοτε ποτέ. 

Α! Ο πωλητής ήταν ροκάς και ψαγμένος, μέχρι και τους Police είχε, Μessage in a bottle & Roxanne, και Janis Joplin και Jeff Beck & Eric Clapton, αλλά πούλαγε τα πάντα. 

Θυμάμαι, του είχα ζητήσει και μια άλλη κασέττα που να είχε μέσα "το ska chou chou, τα παπάκια, το γκαζολίν και ροκ". Θήβα, 1980. Το μαγαζί ήταν σοβαρό, στο ισόγειο είχε δημοτικά, βαριά λαϊκά, Στράτο, Στέλιο και Θέμη Αδαμαντίδη. Ακόμη και ο δίσκος του Χάρρυ Κλυν κάτω ήταν. Αλλά ο τύπος ξηγήθηκε και μου έγραψε την κασέττα, όπως τη ζήτησα. Είχα ψωνίσει και από το παζάρι το Am Fenster των City, είχα και τις 16 Χρυσές Αναμνήσεις, τους Beatles ως το Abbey Road είχα και το Tubular Bells του Mike Oldfield, τα είχα όλα για να είμαι ένας αξιοπρεπής δωδεκάχρονος ροκάς κι επαναστάτης της εποχής. Ήταν εκεί δίπλα, στη Studio 54 των Θηβών, η πρώτη μου επαφή με τη διάνοια του ήδη ταξιδευτή David Bowie, από μια οκταφωνική στα 2.000dB και βάλε: κι εκείνος έσβησε τη φωτιά με βενζίνη κι εμένα κάηκαν όλα μέσα μου - κι έπρεπε όλα να τα μάθω κι όλα να τ' ακούσω, για να φτάσω πίσω, στον Tim Buckley, και μπροστά, στο Nick Cave.  
Ένα χρόνο μετά ο Ανδρέας Παπανδρέου θα έσωζε τη χώρα κι έπρεπε να είμαι προετοιμασμένος. 

Ναι, φυσικά ο δίσκος ήταν το The Wall, φυσικά ο φίλος μου κι εγώ τον ακούγαμε περί τις 10 ώρες την ημέρα - και δη τη νύχτα, μέσα στη νύχτα. Από μια παραδοξότητα της τύχης, είχαμε σχολείο απογευματινό, δύο με επτά παρά είκοσι, μετά αγγλικά ως τις εννιά και μετά ήμαστε ελεύθεροι. Φτιάχναμε αεροπλανάκια του Β' Π.Π. σε κλίμακα 1:72, τρώγαμε σε ένα εστιατόριο κοντά στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θήβας, διαβάζαμε Tα Μυστήρια του Σύμπαντος των Pauwels & Bergier, τα Κατά Συνθήκην Ψεύδη του Μαξ Νορντάου, το Αν του Κίπλινγκ, Το Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου της Άλκης Ζέη, την Εγκυκλοπαίδεια του Κουστώ, παίζαμε ηλεκτρονικά, είχαμε στήσει τραπέζι Subbuteo, κάναμε καράτε, δοκιμάζαμε την αίσθηση του ιλίγγου βγαίνοντας έξω από το μπαλκόνι από το δεύτερο όροφο - χωρίς χέρια, παρακαλώ! - παίζαμε μπάλα και κάναμε ποδήλατο κοντά στα σίδερα του Σταθμού και το βράδυ, αργά, ακούγαμε το Wall, ξανά και ξανά, στροφή τη στροφή, τραγούδι το τραγούδι, Α' πλευρά, Β' πλευρά και ξανά απ' την αρχή. Έλειπαν τραγούδια από την κασέττα, ήταν εξηντάρα και ο δίσκος 81'. Μετά το In the flesh δεν υπήρχε κόσμος, ούτε μουσική. Δεν είχα τσιγκουνευτεί τα χρήματα για την 90άρα, απλά αυτό επέλεξε ο ψαγμένος ροκάς πωλητής δίσκων σε κείνο το υπόγειο, κοντά στα παλιά Δικαστήρια. Ποτέ δε συμπαθήσαμε τα τελευταία κομμάτια, εκείνα που δεν ακούσαμε τότε. Ποτέ δε βιώσαμε τον πλήρη κύκλο: "isn't this where . . . we came in?"

Ο φίλος μου αρέσκετο στη βωμολοχία. Εγώ όχι. 
Ο φίλος μου τα έλεγε έξω απ' τα δόντια. Απευθυνόταν στους ανθρώπους με αντικειμενικότητα, με μηδέν ανεκτικότητα γεμάτος οργή για το ποιόν της ανώφελης ύπαρξής τους. Μηδενιστής κι απαισιόδοξος, κυνικός και είρων, επιθετικός και σαρκαστικός, γνώστης των Ιερών Κειμένων, αντιμουσουλμάνος, αντπαγανιστής, και ο απόλυτος αντίποδας ενός γόνου καλής οικογενείας, με Αρχες και τρόπους, δίχως πολλούς φίλους, με χαμόγελο, το οποίο ανέκαθεν έκρυβε συναισθήματα ποικίλα και διάφορα της παιδιάστικης, δήθεν ευτυχισμένης, καθημερινότητας. "Εσύ είσαι σοβαρός, δε χρειάζεται να λες αστεία", αυτό είχα ακούσει κάποτε από τη διδασκάλισσα μητέρα μου. Αυτό που ήταν ο φίλος μου, αυτό δεν το ήθελε. Αυτό που  ήθελε εκείνη από εμένα, αυτό θα έβλεπε.

Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Το φίλο μου δεν τον λέω ποτέ με τ' όνομά του, έχει επιλέξει να ζει στις σκιές. Όποτε συνομιλούμε, εγώ χρησιμοποιώ το ιδίωμα των νομικών, ένα συνοθύλευμα από όρους, αρχαϊζουσας και καθαρεύουσας μαζί με αγγλικές εκφράσεις, από τις οποίες ποτέ δεν κατόρθωσα να ξεφύγω, εκείνος πάλι μόνο βρίζει. Καμιά φορά θυμόμαστε τα παλιά, τις μέρες της γνωριμίας μας, το πώς κατόρθωσε να με εκτρέψει σε παραβατικά μονοπάτια, οι νομικές  συνέπειες των οποίων έχουν από καιρού παραγραφεί. Συνήθισα, από εκείνο το παλιό αγγλικό παιχνίδι, να τον αποκαλώ Simon.

Δεν ξέρω πια αν το παλιό παιχνίδι και οι κανόνες του έχουν  να κάνουν με τη χρήση που του επιφυλάξαμε στα χρόνια που πέρασαν εμείς οι δυο οι φίλοι. Όπως και το ξυλίκι, οι μπίλιες και ο πόλεμος, έχω πια ξεχάσει. Οι όροι είναι αυτοί που θέσαμε μεταξύ μας και είναι οι εξής: Εγώ αναλύω στο Σάιμον την τρέχουσα πολιτική κατάσταση υπό το δικό μου πρίσμα, εκείνος βρίζει και αντ-αναλύει. Εγώ βγάζω μέσα από τις βωμολοχίες αυτό που με ενδιαφέρει, προκειμένου να εξαρτήσω την επόμενη σκέψη μου από τη σκέψη του επαναστάτη των σκιών φίλου μου. Είμαστε κι οι δυο ευχαριστημένοι με αυτόν τον τρόπο. Ο Σάιμον πληροφορείται τα νέα, χωρίς να ρωτάει κανέναν άλλον, εγώ εκμαιεύω απαντήσεις, τις οποίες κανένας άλλος δε θα μου έδινε χωρίς υπεκφυγές, κρυψίνοιες και δεύτερες σκέψεις.


Τούτη η φορά ήταν, ωστόσο, διαφορετική. Πρώτη φορά συζητήσαμε, μετά την 25η Ιανουαρίου 2015, μετά τις εκλογές, οι οποίες έφεραν το Σύριζα στη θέση του πρώτου στις προτιμήσεις του ελληνικού λαού. Συγκυβέρνηση, αλλά με Συριζαίο Πρωθυπουργό. Είχε περάσει ένας μήνας και η αρχική ενθουσιώδης αντίδραση έχει καταλαγιάσει. Σιώπησα συνειδητά, αναμένων τις εξελίξεις.


Η γέφυρα, το ζητούμενο φέρεται να ήταν και να παραμένει η γέφυρα πάνω από το οικονομικό χάσμα, το οποίο άφησε ο ατάκτως υποχωρήσας. Χάσμα ρευστότητας, κενό διαδοχής. Κι όμως υποτίθεται ότι αντεθνικοί είναι οι Συριζαίοι, εθνικόφρονες οι πρώην συγκυβερνήσαντες. Χάθηκαν, λέει, τρία δις για τη διενέργεια εκλογών.

Τι είχε όμως να πει πάνω σ' αυτά τα δεδομένα ο Σάιμον; Πώς είδε την αλλαγή ρότας; Την είδε πράγματι ως αλλαγή ή δικαιώθηκε εκείνη η παλιά μου φίλη, η οποία είπε ότι τίποτε δε θα σώσει την Ελλάδα;

Παραδόξως τούτη τη φορά, ο Σάιμον δεν είχε πολλά να πει, μάλλον πολλά να βρίσει - τουλάχιστον άμεσα. Έμεινε να ατενίζει το κενό, καθώς ο μονόλογός μου, η ενημέρωση πάνω στα πλήρη και τα κενά, τα σαφή και τα ασαφή σημεία, του φάνηκε πλημμελής και πολλές φορές οι αναφορές και περιγραφές μου τον οδήγησαν να μου ζητήσει περισσότερες εξηγήσεις, γιαυτό και για κείνο και για τ' άλλο. Ιδιαίτερα τον εξίταρε η θεωρία των Παιγνίων, άλλα ζητήματα αιχμής που μνημονεύθηκαν και αναφέρθηκαν ετέθησαν εν σχέσει προς την τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία. Εντύπωση του έκανε το Κράτος του Ισλάμ. Παλιότερα για ένα νύχι ενός αμερικανού ή γάλλου πολίτη θα γινόταν πόλεμος και τώρα με τα κεφάλια παίζουν μπάλα στο Ιράκ, αλλά με τρόπο, με ησυχία, εκτός κι αν μπει γκολ.

Λίγο πολύ σε σας είναι γνωστά αυτά που του μετέφερα στη ροή των ημερών. Δεν είναι σαφή, όσο κι εγώ θα 'θελα, αλλά αυτά είναι. Δε βοήθησε και πολύ η αναφορά μου στα ΜΜΕ της εποχής, αλλά τι να έκανα; Πάντως, είμαι βέβαιος ότι τον άκουσα να μουρμουρίζει την ατάκα του Νικολό "ο πόλεμος αρχίζει όταν θέλεις, αλλά δεν τελειώνει όταν θέλεις", είμαι βέβαιος ότι τον άκουσα να μουρμουρίζει κι όλα τα ρητά και τ' αποφθέγματα του Σουν Τζου, τα οποία μου ήταν κι εμένα γνωστά απ' έξω κι ανακατωτά κάποτε άλλοτε, σαν ήμουν νιος. Ο Σάιμον όμως τα θυμόταν όλα και τα μουρμούριζε, κάθε φορά που κάτι του καθόταν και ταίριαζε σε αυτό που έλεγα. 

Μετά ήρθε η Διαπραγμάτευση. Και πάλι σιωπή. Όχι βαριά, σαν καταχνιά, αλλά λίγες κουβέντες, μετρημένες στα δάχτυλα. Κατάλαβα ότι ο φίλος μου είχε  - μάλλον - βγει από το καβούκι του και παρακολουθούσε (κρυφά από μένα;!) τις εξελίξεις με ενδιαφέρον. Από κάπου πληροφορείτο πράγματα και καταστάσεις, τις οποίες δεν ήταν δυνατόν να ήξερε χωρίς βοήθεια, αλλά σε μένα δεν έλεγε ποιος, πώς, από πού. Τον άφησα στην ησυχία του, ξέροντας ότι πλέον επέκειτο μεγάλη τρικυμία, το άμεσο επόμενο της φουσκοθαλασσιάς και προαπαιτούμενο της μπουνάτσας, αν και με τα βαθιά νερά κανείς ποτέ δεν ξέρει.

Η ανακοίνωση του Δημοψηφίσματος δεν τον ξάφνιασε. "Ο λαουτζίκος έχει ξεχάσει πώς να σκέπτεται, έχει ξεχάσει και πως μπορεί να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, τούτο θα είναι καλό ταρακούνημα" μου είπε. "Να δεις που πολλοί τάχα μου πολυπράγμονες θα απέχουν ή θα πουν μαλακίες  γ ι α   ν α  απέχουν διατηρώντας την πολυπραγμοσύνη τους άθικτη, αλλά η ουσία είναι ότι είναι πολύ ανάρχιδοι, για να πουν τι πιστεύουν πως  π ρ έ π ε ι  να γίνει", είπε γλαφυρά.
Ο Σάιμον δυσκολεύτηκε πολύ να αποφασίσει να ξεκινήσει να μιλάει τούτη τη φορά, πράγμα σπάνιο για έναν άνθρωπο γεμάτο πάθη κι εκρήξεις. Έβλεπε κι εμένα προβληματισμένο, νομίζω ότι λίγο με λυπόταν κιόλας - και αυτό ήταν ακόμη πιο σπάνιο. Μια Αρχή είχαμε τηρήσει όλα αυτά τα χρόνια, να είμαστε αμερόληπτοι μεταξύ μας, αμείλικτοι θα 'λεγε κανείς.

Και μετά ήρθε η ανατροπή. Ο Σάιμον είπε πως τελικά ορθή ήταν η σκέψη του να μη μιλήσει, να αναμείνει τις δεύτερες εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, να δει με τα μάτια του τη χώρα υπό καθεστώς ελέγχου κεφαλαίων, να δει δεξιούς στους δρόμους διαμαρτυρόμενους.

"Αξίζει να χαλάσω το βρωμόστομά μου για όλα αυτά;  Καλύτερα να χαζέψω λίγο", ήταν η δικαιολογία του στις επίμονες ερωτήσεις μου και στην απορία μου για τη σιωπή του. 

"Κάτι περιμένεις, αλλά τι;" επέμενα εγώ.
"Δικαίωση ή θάνατο" απάντησε σιβυλλικά ο Σάιμον και δε μίλησε ξανά ως το τέλος του χρόνου.
Μόνο - είμαι σχεδόν βέβαιος - τον άκουσα να μουρμουρίζει "θάνατο καλύτερα, για όλους θάνατο".

Δε θέλω να πιστέψω το Σάιμον.
Δε θέλω να άκουσα σωστά εκείνο το μουρμουρητό.

Στο μυαλό μου ο Σάιμον βρίζει - έβριζε δηλαδή - για να εκτονωθεί. Έκανε το αντίθετο από μένα, συμπληρώνοντάς με. Οι δυο μας υπήρξαμε ένα - και το θέλω πάλι πίσω αυτό. 

Αλλά τώρα θέλω εγώ να βρίζω κι ο Σάιμον σιωπά. Μου στερεί την ανάλυση, μου στερεί τη θυμηδία, μου στερεί τη ζωτικότητα που ανέδιδε η επιθετικότητά του.

Τώρα εγώ περιμένω το θάνατο κι ο Σάιμον δεν έχει τίποτε να φοβάται από αυτόν.

*του Θάνου Αθανασιάδη

Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015

Αγαπητό ημερολόγιο *





Ο φίλος μου ο Γιάννης έχει γενέθλια, θα πάω στο πάρτυ του απόψε στις 9 και θα αργήσω όσο θέλω, μόνος είμαι στο σπίτι, άδειο θα είναι κι όταν επιστρέψω. Έχει αγοράσει το δίσκο των Pink Floyd, το The Wall, επιτέλους θα διαβάσω τους στίχους και θα καταλάβω και τι εννοεί στο Young Lust.

Θα είναι η Μαρία και η Δήμητρα εκεί, ο Θοδωρής και ίσως ο Πέτρος, δεν ξέρω. Θα πιούμε βερμούτ και θα χορέψουμε μπλουζ, θα έχω μαζί μου τέσσερις κασέττες που έχω γράψει και μετά θα τις χάσω, επειδή θα τις ξεχάσω αυτό το βράδυ.

Ο Θοδωρής θα τα φτιάξει με τη Μαρία, η Δήμητρα θα κάνει τα δικά της κι ο Γιάννης θα είναι άνετος, όπως πάντα.

Θα τους χαιρετήσω όλους, καθώς θα φεύγω, δε θα τους ξαναδώ για πολύν καιρό, μερικούς ποτέ ξανά, αλλά δε θα τους πω τίποτε γιαυτό.



Μετακομίζω. Αύριο.

Μετά το πάρτυ θα γυρίσω σπίτι με το ποδήλατο και θα νιώσω ελάχιστα το κρύο, ας έχει 6 βαθμούς.

Θα μαζεψω τα τελευταία "μου" πράγματα, κασέττες, το βιβλίο μου, τα νουνσάκας μου, για την ακρίβεια θα κοιμηθώ μαζί τους, έτσι κάνω αφ' ότου ο επίδοξος κλέφτης τράπηκε σε φυγή εξ αιτίας τους τον Οκτώβρη.

Θα ξημερώσει η δωδεκάτη.

Θα μαζέψω το κρεββάτι, θα το λύσω και θα βάλω στην τελευταία σακκούλα όλα τα απομεινάρια της ζωής μου εδώ. Θα περιμένω να έρθουν.

Θα κατεβάσω όλα τα πράγματα της λειψής οικοσκευής στην πλάτη από το δεύτερο, από τις σκάλες. Είναι ελαφρά ψηλότερα τα σκαλοπάτια, το ξέρω.

Θα με δυσκολέψει το ψυγείο.
Ο Νίκος θα γελάσει, θα χλευάσει "καλός χαμάλης θα γίνεις", "σωστός Μανιάτης", θα πει. 

Οι άλλοι δυο δε θα θέλουν να γελάσουν, ξέρω ότι με αγαπούν, αλλά δε θα θέλουν να δείξουν λιγότερο άντρες, λιγότερο θείοι μπροστά του. Ο Ηλίας θα προσπαθήσει να με βοηθήσει. Πώς να βοηθήσεις αυτόν που έχει ζεφτεί πράγμα πιο ψηλό απ' το μπόι του, όταν βρίσκεσαι πιο πάνω και πιο πίσω κατά δύο  - ελαφρά ψηλότερα - σκαλιά; Ο Θωμάς δε θα μπορεί, ούτως ή άλλως, θα βήχει και στο ανέβα και στο κατέβα.

Ο μπαμπάς θα υποβαστάζεται, ή νομίζω; 
Δε νομίζω ότι θα είναι και πολύ καλά αυτή τη μέρα, τη δωδεκάτη.

Δεν θα το στενοχωρήσω παραπονούμενος για τον αλήτη που έχει για δεύτερο αδερφό, αλλά θα ξέρω ότι θα έχει στενοχωρηθεί ήδη, όταν θα ακούσει να με αποκαλεί φέρελπι χαμάλη ο μικρόψυχος.

θα τα κατεβάσω όλα μόνος. Θα με κοιτάνε και οι τρεις, όχι ο μπαμπάς. Το αγροτικό θα είναι πια γεμάτο. Θα φύγουν οι δυο τους, θα μείνει ο Νίκος πίσω, κάτι θα του λέει, κάτι θα του αντιγυρίζει ο δικός μου, θα φύγει και αυτός.

Θα σταθούμε για λίγο σιωπηλοί εκεί, έξω από τα ελαφρώς ψηλά σκαλοπάτια, κάτω από εκείνο το σπίτι που άκουσα πρώτη φορά τους Beatles στο Sanyo, τους Floyd, τον Clapton, το Jeff Beck, το Mike Oldfield, κάτω από την καταστροφή μας, μετά τη μέση του βέβαιου τέλους.

Η παιδική μου ηλικία θα παρέλθει ανεπιστρεπτί.

Ο μπαμπάς θα μου πει να μη με νοιάξουν ποτέ οι κουβέντες των άλλων. 
Θα με φιλήσει και θα μου ευχηθεί χρόνια πολλά.

Κι εγώ θα τον ακούσω.

Αλλά δε θα συγχωρήσω ποτέ το μικρόψυχο Νικολάκη για την κουβέντα εκείνη.

Και θα φύγουμε, ο μπαμπάς κι εγώ, για την Αθήνα.

Κάτι μου λέει ότι θα μεταλλαχθώ σε ένα βαθύτατα κομπλεξικό άτομο.

Αύριο θα πατήσω τα 14.

* του Θάνου Αθανασιάδη 

 
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

του μονάκριβου *



Θυμάμαι τη σκηνή πριν. Οι κοντινοί έχουν φύγει για τα σπίτια τους, οι σκατόψυχοι έχουν χαρεί - και με το δίκιο τους - πάνε να πουν "Θεός σχωρέσ' το μακαρίτη, νέος πήγε", οι πολύ κοντινοί της εποχής έχουμε μαζευτεί και κοιταζόμαστε. Έχω ξαπλώσει στο πάτωμα, πάνω σε μια σκληρή άσπρη φλοκάτη, είμαι εξαντλημένος και δεν έχω κουράγιο ούτε να μετακινηθώ. Νυστάζω πολύ και θέλω να ξαπλώσω, όλοι το ίδιο θέλουν, αλλά κανείς δεν το λέει. Κι έχω ξεμείνει από τσιγάρα. Και όλοι λένε "άστο τώρα, που να φτάνεις στην Πλατεία Δούρου, κάτσε και κοιμήσου, αλλά εγώ πρέπει να πάρω τσιγάρα. Ούτε μου λένε να πάμε μαζί, η μέρα ήταν τρομερή. Και με αφήνουν, εν τέλει, να πεταχτώ ως το περίπτερο. 

Και φεύγω. 

Και βγάζω ένα τσιγάρο από το κρυμμένο πακέτο που είχα στ' αμάξι. Και τραβάω το γνώριμο δρόμο για το Σισμανόγλειο. Το ξέρω το παιδί της βραδυνής βάρδιας, ξέρω τα παιδιά από κάθε βάρδια. Αυτός ο έρμος δεν ξέρει και με αφήνει να επισκεφθώ "τον ασθενή", όπως κάθε βράδυ, 46 μέρες ως τα τότε. 

Και δεν τραβάω κατά το ασανσέρ, παρά παίρνω τα σκαλιά για το υπόγειο. Κι εκεί είναι μόνον ένας φύλακας, ένα παραδόπιστο ανθρωπάκι, να 'ναι καλά, όπου είναι. Και με τα λεφτά αγοράζω μια ακόμη στιγμή, "Πέντε λεπτά, όχι παραπάνω, δεν κάνει", έτσι λέει το ανθρωπάκι. Κι ανοίγει το ψυγείο. Και κάνει κρύο, κι ας είναι Μάης. 

Και δεν ξέρω αν ποτέ κανείς σας, καλοί μου άνθρωποι έχει δει ψυχή χαρούμενη να κόβει βόλτες, αλλά εγώ έχω. Και μιλάμε για εκείνα τα πέντε λεπτά, και περνάει η ώρα και το ανθρωπάκι - φύλακας άψυχων σωμάτων μου κάνει τη χάρη και δε διακινδυνεύει να έρθει αντιμέτωπος με το Δημιουργό του και με αφήνει λίγο ακόμη, λίγο ακόμη, κι άλλο λίγο. Και ξημερώνει. Και τίποτε έκτοτε δεν είναι πια το ίδιο.

Με ψάξανε, νομίζω. Πρέπει να ανησύχησαν. Πήραν και τη γιαγιά. Κι κείνη τους είπε ότι "το παιδί θα είναι στον πατέρα του". Κι η μάνα τρόμαξε κι έκλαψε. Και η γιαγιά της είπε ότι είναι κουτή. Δεν είπε "με τον πατέρα του", είπε "στον πατέρα του". Και να μην ανησυχεί, οι άντρες θέλουν να τα λένε μεταξύ τους. 

Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια κι οι καιροί και τίποτε ξανά δεν έγινε ίδιο.

* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

Για την Πατρίδα *



Αθήνα – Πρέβεζα, 08/01/2015


Οι πραγματικοί προβληματισμοί του ΣΥΡΙΖΑ 
για την επόμενη μέρα.

Όσο κι αν στα μάτια του απλού παρατηρητή - μέσα στον κονιορτό της εκλογικής μάχης - φαντάζει δυσδιάκριτη η κατάληξη της λαϊκής ετυμηγορίας, για το ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακριβώς έτσι.

Όσο κι αν κατηγορείται το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, από δύστροπους συνοδοιπόρους και μανιασμένους αντιπάλους για επικινδυνότητα, για άγνοια της Τέχνης του διοικείν, για ασάφεια θέσεων και αντικρουόμενες εκφάνσεις πολιτικού λόγου, για το ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ακριβώς έτσι.

Όσο κι αν την τελευταία διετία ο κύριος Πρωθυπουργός, δια αρωγών στομάτων, λαλιστάτων κι επικριτικοτάτων, στομαχιών των εκφορέων γεμάτων όντων, εξαπέλυε μύδρους κατά του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να περνάει στη ζούλα τα νομοθετήματα εκείνα, τα οποία θα του επέτρεπαν να κάνει τις δουλίτσες του με τους φίλους του (λίγους, είναι αλήθεια, αλλά πλούσιους κι ισχυρούς), για το ΣΥΡΙΖΑ το πρόβλημα δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Το πρόβλημα είχε - και έχει – ως εξής:

Ο ΣΎΡΙΖΑ αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση της Χώρας στις 26 Ιανουαρίου 2015.

Αυτό θα μπορούσε να είχε συμβεί και το 2014, το 2013, ή το 2012.

Η πλειονότητα του Ελληνικού Λαού, στα καφενεία και τα πηγαδάκια, έλεγε τότε: «Δε θέλουν να κυβερνήσουν».

Ο ΣΥΡΙΖΑ έβλεπε την παθητική αντίδραση του λαού καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Έβλεπε την κατάληξη των κινημάτων των πλατειών, την ελλιπή παρουσία των συνθλιβομένων στα σημεία αντίδρασης και αντίστασης.

Δε μπορείς να σώσεις αυτόν που δε θέλει να σωθεί, για όποιον - σεβαστό – λόγο κι αν έχει αυτός.

Δεν ήθελε ή δε μπορούσε να κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Θα δεχόταν ο Ελληνικός λαός τη λύση ΣΥΡΙΖΑ;

Η απάντηση δόθηκε στις κάλπες δυο φορές το 2012.

Το 73% του Ελληνικού Λαού δεν ήθελε τη λύση της διακυβέρνησης από το ΣΥΡΙΖΑ.

Για το ΣΥΡΙΖΑ είχε μεγάλη σημασία το γεγονός ότι ο Ελληνικός Λαός είχε κατά νου το «ο σώζων  ε α υ τ ό ν  σωθήτω».

Δεν πρότεινε ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ την ατομικιστική λύση.

Αυτοαποκλήθηκε «ο ΣΥΡΙΖΑ των Μελών», για να σταθεί ευθεία απέναντι στον νεοφιλελευθερισμό και τη λογική της ζούγκλας.

Είτε όλοι μαζί θα σωθούμε, είτε όλοι μαζί θα χαθούμε, αυτό ήταν το πρόταγμα και το στοίχημα.

Οι πολιτικές σκέψεις πρέπει να περνάνε μέσα από το λαό, για να διυλιστούν και να αφομοιωθούν.

Σήμερα παλαιοί «δεξιοί» καταφέρονται ευθέως κατά του δυνάστη και αρχηγού του πρώην κόμματός τους.

Σήμερα αρριβίστες πολιτικάντηδες ξεγυμνώνονται δημόσια, αναζητώντας στέγη και τροφή κοντά στα πλούσια αφεντικά τους, αδιάφοροι για την κοινωνική κατακραυγή, όσο ακόμη τους παρέχονται δήθεν εχέγγυα για την ατομική τους σωτηρία.

Ατομική σωτηρία έναντι της συνολικής ανόρθωσης.

Αυτό αναζητούν τα πολιτικά ανδρείκελα σήμερα, σήμερα που όλος ο κόσμος έχει καταλάβει, χάρη στο ΣΥΡΙΖΑ, τι ακριβώς συνέβη σε αυτά τα χρόνια της Κρίσης.


Αυτό είναι το ζήτημα του ΣΥΡΙΖΑ.

Γνωρίζοντας ότι πλέον έχει κερδίσει τη μάχη, προσπαθεί να αποτρέψει το πλιάτσικο των ατάκτως υποχωρούντων.

Είναι μεγάλο το μίσος και η φτήνια αυτών των δειλών.

Πράττουν όπως οι διδάξαντές τους, οι Γότθοι στρατηλάτες.

Καίνε πίσω τους τα ίχνη της δράσης τους.

Ενδεικτικό είναι το ότι στον Ειδικό Γραμματέα του ΣΔΟΕ πέρασε η αρμοδιότητα καταστροφής εγγράφων. Δηλαδή ο έμπιστος του απερχομένου πρωθυπουργού, πρώην έφορος Μεσσήνης, θα μπορεί να καταστρέφει όσα έγγραφα δεν του αρέσουν, όποιες εντολές θεωρεί ότι μπορεί να τον εμπλέξουν, όποιες αποφάσεις θέλει!!!

Με υπουργική απόφαση που υπογράφει ο υφυπουργός Οικονομικών ο διοικητής του ΣΔΟΕ αποκτά την δυνατότητα καταστροφής εγγράφων και στοιχείων του ΣΔΟΕ. Συγκεκριμένα στο ΦΕΚ 3498/29-12-14 (τεύχος Β’) δημοσιεύθηκε η υπουργική άποφαση όπου στο άρθρο 1 παρ. ιδ μεταβιβάζεται η αρμοδιότητα για «έκδοση απόφασης διατήρησης ή καταστροφής εγγράφων και λοιπών στοιχείων των συγκεντρωτικών αρχείων της Κεντρικής Υπηρεσίας του Σ.Δ.Ο.Ε., κατόπιν εισήγησης της αρμόδιας Διεύθυνσης».

Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές τελούμε σε προεκλογική περίοδο εννέα ήδη ημερών, χωρίς να έχει διοριστεί υπηρεσιακή κυβέρνηση.


Όμως αυτό το κείμενο έχει λόγο ειδικό:

Απευθύνεται στα θύματα μιας από τις τελευταίες θηριωδίες, τους εργαζομένους στα διόδια του Ακτίου, τους απολυμένους, τους επί οκτώ ημέρες ανέργους, όσες μέρες δηλαδή διαρκεί η προεκλογική αυτή περίοδος.

Δήθεν λόγω της βούλησης για μεγιστοποίηση του κέρδους του νέου αφεντικού.

Από τις αρχές του νέου έτους οι εργαζόμενοι στα διόδια Ακτίου, στην Πρέβεζα διεκδικούν δυναμικά το δικαίωμά τους στην εργασία καθώς μετά από 13 χρόνια εργασίας η εταιρεία «ΑΤΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΑΕ», συμφερόντων Μπόμπολα, προχώρησε στην απόλυσή τους καθώς το κόστος εργασίας θεωρήθηκε υψηλό και στη θέση τους προσέλαβε μέσω προγραμμάτων ΕΣΠΑ νέους υπαλλήλους κάτω των 25 ετών που λόγω της μνημονιακής νομοθεσίας θα κοστίζουν λιγότερο.

Είναι όμως αυτός ο πραγματικός λόγος για την απόλυσή τους, είναι αυτός ο πραγματικός λόγος για τον οποίο 23 οικογένειες καταδικάζονται στην ανεργία;

Λίγους μήνες πριν, σε διαγωνισμό που είχε προκηρύξει η «Εγνατία Οδός ΑΕ», η εταιρεία των συμφερόντων Μπόμπολα είχε αναλάβει την λειτουργία των επτά σταθμών διοδίων του αυτοκινητόδρομου της Εγνατίας καθώς και του Άκτιου (πρώην ΤΕΟ), τη συντήρησή τους, την τεχνική υποστήριξή τους, καθώς και την καταμέτρηση και τη μεταφορά των εισπράξεων.

Για το θέμα του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας και της κατάργηση του από την Κυβέρνηση είχε καταθέσει ερώτηση στη Βουλή η κα Τζένη Βαμβακά, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στην Β΄ Πειραιά, σε συνεργασία με τον βουλευτή του νομού Πρέβεζας, Κώστα Μπάρκα, και άλλους 26 βουλευτές.

Με την ερώτησή τους και αφού επισήμαναν ότι δεν υπάρχει μελέτη τεκμηρίωσης με οικονομοτεχνικούς όρους της προάσπισης του δημόσιου συμφέροντος από το κλείσιμο του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας τόνισαν την πολύτιμη αξία του αρχειακού υλικού του ΤΕΟ.

Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην ερώτηση «Περαιτέρω, και με δεδομένη τη γνωστή τύχη του πολυτιμότερου ίσως αρχειακού υλικού της νεωτέρας Ιστορίας μας, μεγάλης οικονομικής αξίας, και δη, μεταξύ άλλων, του εισέτι αναζητούμενου συνόλου των εγγράφων σχετικά με το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων του Β΄ΠΠ, θεωρούμε κρίσιμης σημασίας τη συμβολή του ΤΕΟ. Θεωρούμε ότι το στατιστικό δείγμα που παράγει και προέρχεται από την τροχαία κυκλοφορία επί του άξονα βορρά – νότου (Μάλγαρα) και ανατολής - δύσης (Άκτιο), καθώς και η ενδεχόμενη παράδοση αυτού σε ιδιωτικές εταιρείες, μόνο σύγχυση θα επιφέρει στην εξαγωγή βεβαίων κι ασφαλών συμπερασμάτων, τα οποία θα πρέπει να βρίσκονται στη διάθεση της ΕΛΛΣΤΑΤ και των ελεγκτικών Αρχών. Για το λόγο αυτό ζητούμε να μας χορηγηθεί πλήρες αντίγραφο των στατιστικών και αρχειακών επεξεργάσιμων δεδομένων» από το 1927 έως σήμερα.

Ρωτούσαν επίσης τους αρμόδιους υπουργούς κατά πόσο «Είναι σύμφωνοι να συσταθεί διακομματική επιτροπή της Βουλής με τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών που θα αναλάβει τον έλεγχο, καταγραφή, παραλαβή και προστασία του πολύτιμου αρχειακού υλικού του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας».

Μέχρι σήμερα κανένας έλεγχος, καταγραφή, παραλαβή και προστασία του πολύτιμου αρχειακού υλικού του Ταμείου Εθνικής Οδοποιία δεν έχει γίνει. Το πολύτιμο αρχειακό υλικό του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας βρίσκεται στα χέρια ιδιωτικών συμφερόντων, βρίσκεται στα χέρια του ιδιώτη αναδόχου των διοδίων.

Τι εξυπηρετεί εν τέλει η απόλυση όλων, τονίζουμε όλων, των παλαιών εργαζομένων λίγες μέρες μετά την προκήρυξη των εθνικών εκλογών και πριν τον σχηματισμό της νέας κυβέρνησης Τσίπρα που ένα από τα πρώτα δηλωμένα μελήματά της είναι η εγγραφή των γερμανικών αποζημιώσεων στον κρατικό προϋπολογισμό;

Η εταιρεία διατείνεται ότι προχωρά στις απολύσεις, σεβόμενη τους νόμους που της επιτρέπουν να απολύει και προσλαμβάνει κατά το δοκούν, αξιοποιώντας και προγράμματα ΕΣΠΑ, προκειμένου να μειώσει το εργατικό της κόστος.

Ποια όμως θα είναι η συνολική μείωση του εργατικού της κόστους από την αντικατάσταση εργαζομένων των 500 ευρώ με εργαζόμενους των 250 ευρώ;

Είναι το μέγεθος αυτό ικανό, ακόμη και για μια εταιρεία συμφερόντων Μπόμπολα, για να πετάξει 23 οικογένειες στο δρόμο Πρωτοχρονιάτικα;

Μήπως μέσω της πλήρους αντικατάστασης όλων των έμπειρων υπαλλήλων που προέρχονταν από το δημόσιο ΤΕΟ και γνωρίζουν τα «τι», τα «πώς» και τα «γιατί» του συστήματος με νέους υπαλλήλους που θα είναι μη γνώστες των διαδικασιών και θα οφείλουν την επιβίωσή τους στην ιδιωτική εταιρεία ανάδοχο εξαφανιστούν τα ίχνη του πολύτιμου αρχειακού υλικού του ΤΕΟ, στερώντας από την επόμενη κυβέρνηση ένα πολύτιμο εργαλείο για τον προσδιορισμό του ύψους των γερμανικών επανορθώσεων;

Μήπως εν τέλει το αρχειακό υλικό του ΤΕΟ αποτελεί Εθνική υπόθεση για την προστασία του οποίου πρέπει να επιληφθεί άμεσα η δικαιοσύνη πριν να είναι πολύ αργά;

Συμπαραστεκόμαστε στον δίκαιο αγώνα των απολυμένων για το δικαίωμά τους στην εργασία.

Συμπαραστεκόμαστε όμως στον αγώνα τους και για έναν ακόμη σημαντικό λόγο. Είναι οι άνθρωποι που, έχοντας ορκιστεί πίστη στο Σύνταγμα και τους Νόμους της Χώρας, επί 13 χρόνια προσέφεραν τις υπηρεσίες προστατεύοντας και διασώζοντας το πολύτιμο αρχειακό υλικό τού Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας.


Δεν ξεχνώ. Δεν συγχωρώ. Δεν σιωπώ.

*Ο Θάνος Αθανασιάδης είναι δικηγόρος και ο Κωνσταντίνος Νάκκας Κοινωνιολόγος, μέλη της Ο.Μ. ΣΥΡΙΖΑ Πρέβεζας και συνεργάτες της Τζένης Βαμβακά, Βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Β΄ Πειραιά.

Αρχική δημοσίευση: www.pamepreveza.gr

Διαβάστε Περισσότερα »