Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Δικαστές *



«Τον ασκό του Αιόλου ανοίγει για τον κρατικό προϋπολογισμό η απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, που ακυρώνει τις μισθολογικές περικοπές στους ένστολους
Αυτό είναι το πνεύμα και η κεντρική επιχειρηματολογία δεκάδων δημοσιευμάτων αναφορικά με την απόφαση σταθμό –που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί- της Ολομέλειας του ΣτΕ που ακυρώνει ως αντισυνταγματικές τις περικοπές που επιβλήθηκαν στους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας και το Πυροσβεστικό Σώμα με το σκεπτικό ότι αποτελούν ειδική κατηγορία στον δημόσιο τομέα.
Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε έπειτα από προσφυγή 1) της Ένωσης Στρατιωτικών Περιφέρειας Αττικής, καθώς και άλλων εννέα περιφερειών (Θεσσαλονίκης, Πελοποννήσου, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας, Κρήτης, Ηπείρου, Έβρου και Στερεάς Ελλάδος), 2) της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αστυνομικών Υπαλλήλων, 3) της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ενώσεων Προσωπικού Λιμενικού Σώματος, 4) της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού, 5) της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Ναυτικού, 6) της Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Αεροπορίας και 7) του Συντονιστικού Συμβουλίου των Ενώσεων Αποστράτων Αξιωματικών, καθώς επίσης και 590 στρατιωτικών και λιμενικών υπαλλήλων.
Να θυμίσουμε ότι η Ελληνική Κυβέρνηση, στα πλαίσια της εφαρμογής των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει έναντι των δανειστών, είχε νομοθετήσει στα τέλη του 2012 αναδρομικές (από την 1η Αυγούστου του ίδιου έτους) μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια.
Στα άρθρα που έχουν δημοσιευθεί στον έντυπο αλλά και ηλεκτρονικό τύπο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει τόσο η επιλογή των λέξεων όσο και η αξιολογική κρίση που επί το πλείστον υποκρύπτεται σε αυτές.
Εκφράσεις όπως «ασκός του Αιόλου», «πυρετός», «προβληματίζει η απόφαση», «το μεγάλο κόλπο των δικαστών», δημιουργούν αρνητικό κλίμα αναφορικά με το περιεχόμενο της απόφασης αφού ο κρατικός προϋπολογισμός, που θα επιβαρυνθεί εξαιτίας της με ποσό ύψους 500 εκ. ευρώ, πρέπει να καλύψει τη «νέα τρύπα» με ισοδύναμα δημοσιονομικά μέτρα.
Το «κρυφό μήνυμα» που προς όλους μας εκπέμπεται μέσω των άρθρων αυτών, υποδεικνύει δύο κατηγορίες πολιτών: αυτούς που εδώ και πολλούς μήνες υφίστανται τις μνημονιακές μειώσεις στον μισθό τους και εκείνους που έχουν την «τύχη» να τις υφίστανται για μικρό χρονικό διάστημα αφού καταφέρνουν στην συνέχεια να τις ανατρέπουν δικαστικά και να εισπράττουν αναδρομικά τα ποσά που παρανόμως παρακρατήθηκαν.
Στο ίδιο «κρυφό μήνυμα» περιέχεται επίσης ότι τα ποσά αυτά θα τα επιβαρυνθούν για μια ακόμη φορά οι «συνήθεις ύποπτοι», ενεργοποιώντας το φαινόμενο του κοινωνικού αυτοματισμού κατά την προσφιλή τακτική της Κυβέρνησης.
Ενδιαφέρουσα είναι επιπροσθέτως η αναφορά στην δυσαρέσκεια της τρόικα για την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και στην ανησυχία της για τυχόν εκτροχιασμό του «ελληνικού προγράμματος διάσωσης» που με τόση ευλάβεια, θρησκευτική αφοσίωση και γερμανικό φανατισμό υπηρετεί.
Αυτό όμως που κατά την άποψή μας έχει πραγματικά ενδιαφέρον είναι η παντελής απουσία έστω και μίας απλής αναφοράς στην ασκούμενη από την συγκυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ – με την ευγενική υποστήριξη εκ του παρασκηνίου της ΔΗΜΑΡ- πολιτική. Η επιλογή της ασκούμενη πολιτικής είναι που οδήγησε σε υιοθέτηση δημοσιονομικών μέτρων, όπως οι μειώσεις στα ειδικά μισθολόγια, και σε έκδοση Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου και Υπουργικών Αποφάσεων παραβιάζοντας κατάφορα το Σύνταγμα της Ελλάδας.
Τα σχετικά δημοσιεύματα κάνουν λόγο για «προϋπολογισμό», για «Υπουργείο Οικονομικών» και για «Κυβέρνηση», θυμίζοντάς μας την πασίγνωστη ερώτηση του αείμνηστου Κώστα Χατζηχρήστου στην ελληνική ταινία «Ο Μπακαλόγατος», που ως Ζήκος  ρώτησε το αφεντικό του: «ποιος είναι αυτός ο ΙΚΑς;». Ακολουθώντας το παράδειγμά του αναρωτιόμαστε: «Ποιος είναι αυτός ο Προϋπολογισμός;», «Ποιος είναι αυτός ο ΥπΟικ;», «Ποιος είναι αυτός ο Κυβέρνησης;».
Τι εξυπηρετεί η απρόσωπη αναφορά σε θεσμούς που υπηρετούνται από πρόσωπα με ονοματεπώνυμο;
Όπως όλοι μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε, δεν είναι οι λέξεις που δημιουργούν, αποφασίζουν και ασκούν πολιτικές αλλά οι άνθρωποι. Δηλαδή, δεν είναι ο προϋπολογισμός που ευθύνεται για τα προβλήματά του ή τις «τρύπες» που εμφανίζει αλλά οι εκπρόσωποι της ΕΚΤ, του ΔΝΤ και τη ΕΕ (τρόικα) που τον συνέταξαν και η ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία που κατ΄ εντολή των δανειστών τον ψήφισε.
Δεν είναι το ΥπΟικ που ευθύνεται για την εκτέλεσή του. Είναι οι κκ Στουρνάρας και Σταϊκούρας που κατ΄ εντολήν των Πρωθυπουργών της Χώρας κκ Σαμαρά και Βενιζέλου και με την ένθερμη υποστήριξη του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδας κου Προβόπουλου, εφαρμόζουν την συγκεκριμένη αδιέξοδη, αντικοινωνική, αντεθνική και ενίοτε αντισυνταγματική πολιτική.
«Και η δικαστική εξουσία τι ρόλο παίζει στην ασκούμενη πολιτική;» θα αναρωτηθεί κανείς.
Στο άρθρο 26 του Συντάγματος περιγράφεται η διάκριση των τριών εξουσιών, νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής, καθώς και τα εντεταλμένα όργανα άσκησής τους. Αναφέρει συγκεκριμένα:
«1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση.
3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια. Οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού.»
Προκύπτει καθαρά ότι πολιτική ασκούν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Κυβέρνηση (το Σύνταγμα δεν μιλά για δυαρχία αλλά δεν επί του παρόντος) και η Βουλή. Η δικαστική εξουσία δεν ασκεί πολιτική αλλά αποφαίνεται, με γνώμονα το Σύνταγμα και την παραδεκτή νομολογία για την ορθότητα ή μη των διοικητικών πράξεων.
Συνεπώς, δεν είναι η δικαστική εξουσία και εν προκειμένω η Ολομέλεια του ΣτΕ υπεύθυνη για τις συνέπειες της απόφασής της αναφορικά με την αντισυνταγματικότητα των μειώσεων στους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας και το Πυροσβεστικό Σώμα αλλά η εκτέλεση των εντολών των δανειστών για εφαρμογή πολιτικών που παραβιάζουν το Σύνταγμα της Χώρας από μέρους των κκ Σαμαρά και Βενιζέλου στα πλαίσια άσκησης της εκτελεστικής τους εξουσίας.
Η δικαστική εξουσία δεν ασκεί πολιτική αλλά αποφαίνεται - έπειτα από προσφυγή του/των έχοντα/ες νόμιμο συμφέρον σε αυτήν και εντός 60 ημερών από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης - για την εφαρμογή ή μη του Συντάγματος και των Νόμων. Η παραβίασή τους είναι αυτή λοιπόν, που προκαλεί το πρόβλημα και όχι η υπόδειξη της παραβίασης από τον καθόλα αρμόδιο θεσμό.
Η όποια πολιτική αξιοποίηση μιας τέτοιας απόφασης ξεφεύγει από τη σφαίρα επιρροής της δικαστικής εξουσίας αφού αφενός έπεται της έκδοσής της, αφετέρου δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο που καθορίζει το περιεχόμενό της. Θα αποτελούσε μάλιστα συνταγματική εκτροπή και ενεργό εμπλοκή στην άσκηση πολιτικής η έκδοση αποφάσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο που θα εξυπηρετούσαν πολιτικές σκοπιμότητες, όταν αυτές λάμβαναν υπόψη όχι μόνο το νομικό περιεχόμενο των υπό εξέταση προσφυγών αλλά και τις πολιτικές προεκτάσεις και συνέπειες που θα προκαλούσαν.
Ως εκ τούτου, η επιχειρούμενη από την συντριπτική πλειοψηφία των φιλομνημονιακών ΜΜΕ παρουσίαση της δικαστικής εξουσίας ως αιτία ανατροπής της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής που θέτει σε κίνδυνο ακόμη και την επιβίωση της Κυβέρνησης, αποτελεί κατ’ ουσία αντιστροφή της πραγματικότητας.
Παρουσιάζοντας ως πρόβλημα την αποκάλυψη (μέσω της απόφασης του ΣτΕ) του προβλήματος (δηλαδή, αυτό της παραβίασης του Συντάγματος) και όχι ως την αιτία που το δημιούργησε, αποσκοπούν να αποκρύψουν τις βαρύτατες ευθύνες των κκ Σαμαρά και Βενιζέλου για την κατ’ εξακολούθηση παραβίαση του Συντάγματος. Επιχειρούν με αυτό τον τρόπο να αποπροσανατολίσουν την κοινή γνώμη από τα αδιέξοδα στα οποία οι επιλογές των δανειστών μάς έχουν οδηγήσει. Η κυβερνητική προπαγάνδα μέσω των εξαρτημένων ΜΜΕ καλά κρατεί.
Κλείνοντας, τολμούμε να χαρακτηρίσουμε ΣΤΑΘΜΟ την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Το Ανώτατο Δικαστήριο με την Κρίση του κάνει κάτι περισσότερο από το να αποκαταστήσει μια καταφανή αδικία εφαρμόζοντας το Σύνταγμα το οποίο Υπηρετεί.
Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο με αδιαμφισβήτητο τρόπο δια της Αποφάσεώς του και παρά τις δανειακές συμβάσεις εκχώρησης της Εθνικής μας Κυριαρχίας τον καίριο ρόλο των Ενόπλων Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος στην λειτουργία του Κράτους, στην Εθνική Ασφάλεια και την Δημόσια Τάξη, ακυρώνει εν τοις πράγμασι κάθε υπογραφή εκχώρησης της Εθνικής μας Ανεξαρτησίας.
Η Ελληνική Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, υπηρετεί το Σύνταγμα και την Δημοκρατία.
Δεν ξεχνώ. Δεν συγχωρώ. Δεν σιωπώ.


*Των Θάνου Αθανασιάδη & Κωνσταντίνου Νάκκα

1 σχόλιο:

  1. Πάντως, η αποκάλυψη (μέσω της απόφασης του ΣτΕ) του προβλήματος (δηλαδή, της παραβίασης του Συντάγματος) θα μπορούσε να γίνει τότε που το Μνημόνιο περνούσε όχι με τις απαιτούμενες 180 ψήφους, αλλά με 168, επειδή το ίδιο ΣτΕ, μετά από μαραθώνιες συσκέψεις, αποφάνθηκε ότι το μνημόνιο δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, ώστε να χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτικών ψήφων. Οπότε για τι ακριβώς μιλάμε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...