Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Το όλον και το μέρος - New Year's Resolutions Reloaded pts. I, II & III





Καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα σας,

Η σειρά των κειμένων που ακολουθεί, ολοκληρώνει το έργο, στο οποίο  αποφάσισα να προβώ, προκειμένου να δώσω κάποιες απαντήσεις σε μένα και σε σένα, αλλά και σε εκείνον που με διαβάζει, αλλά ντρέπεται να το πει.

Το τρίτο κείμενο γράφτηκε στις 3 Απριλίου 2103, το δεύτερο στις 28 Δεκεμβρίου του 2012 και το πρώτο επίσης. (Σπαστικούλη, γιατί τα γράφεις ανάποδα; Τέλος εσωτερικής διαβούλευσης).

Δεν άλλαξα τίποτε. Το κακό της αποσπασματικής γραφής συμβαίνει κάποιες φορές να είναι και το προτέρημά της: ο χρόνος κρίνει τι ήταν σπουδαίο, τι διαχρονικό, τι τελικά συνέβη. Η Ιστορία θα απαλείψει, όχι οι άνθρωποι.
Κι όπως λέει κι ο μακαρίτης, ο σπουδαίος μουσικός, Rowland S. Howard: the Story goes...

New Year’s Resolutions Reloaded.

Πάει κοντά έτος, από τη στιγμή που αποφάσισα δημοκρατικά (με ψήφους δυο έναντι καμιάς στην κόντρα με τον εαυτό μου περί τη χάραξη νέας ατομικής πορείας) να ασχοληθώ ενεργά με τα πολιτικά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Όχι, δε μου έλειπε η άποψη, ούτε οι θεόσταλτες ιδέες σχετικά με το τι ή ποιος μπορεί να σώσει αυτόν τον τόπο. Για την ακρίβεια είχα ήδη προαποφασίσει ότι ο τόπος αυτός δε σώζεται με καμία δύναμη
Δεν ήταν και καμία σοφία αυτό: Ήδη από εικοσαετίας είχε καταρρεύσει το αντίπαλον δέος της κόκκινης αρκούδας. Ήταν νομοτελειακό να καταρρεύσει και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, έλεγα. 
Φαίνονταν μάλιστα να συμφωνούν μαζί μου πολλοί, τουλάχιστον αυτό έδειχναν τα σημάδια των τότε καιρών: Βασικά, όντως δεν υπήρχε αντίπαλος: Οι δήθεν αριστεροί της πλάκας (νυν ώριμη ΔΗ.Μ.ΑΡ.), με τις βολεψιάρικες «περί ήπιας αντίδρασης» απόψεις τους, οι οποίες σήμερα τους έχουν καταστήσει το μεγάλο πρόβλημα, ωσεί γενίτσαρους των δεξιών. Η εξαφανισμένη ακροδεξιά του Καρατζα-φέρτα-όλα-να-λιγδώσει-το-εντεράκι, η οποία παρέπαιε στο άτοπο της βασιλο-χουντικής συνύπαρξης (και βασιλιά και στρατά με τάνκς και εθνικοφροσύνες και κόκκινη μηλιά και εθνική παλιγγενεσία και τα πάντα όλα – μόνο που το βασιλιά τον είχε διώξει η χούντα και Κύπρος δεν είχε μείνει, παρά ένα κομματάκι). Το Κ.Κ.Ε. της Αλτσχάιμερ, το οποίο δεν είχε παρευρεθεί στην πτώση του Τείχους, «οπότε δεν είχε συμβεί τέτοιο πράγμα». Ο Συνασπισμός της θεωρίας και της διανόησης, «κουβέντα να γίνεται», «να το συζητήσουμε» «να διασκεφθώ μονάχος, να βγουν δυο απόψεις, να το πω και του ίσκιου μου, να δω τι λέει κι εκείνος», το κουλέρ λοκάλ ανέκδοτο, τέλος πάντων.
Και υπήρχε και η Εξουσία: εναλλασσόμενη, πάντοτε ίδια, ΠΑ.ΣΟ.Κ., Νέα Δημοκρατία, η Εξουσία. «Μη μιλάς κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είσαι οπισθοδρομικός!!!» Μην καταφέρεσαι κατά της Νέας Δημοκρατίας, θα βρεις δουλειά του Αγίου (αυτουνού, του τέτοιου μωρέ, έλα, τέλος πάντων).
Αυτή η Εξουσία είχε όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν τέτοια: είχε ΜΑΤ και ΜΕΑ (για μια Ελλάδα νέα), είχε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε τους Τούρκους στο πλευρό μας, με νέα και μεγαλεπήβολα εξοπλιστικά προγράμματα σε επίπεδο καραβάνας και κατεψυγμένου Αργεντινής, όποτε είπε να κουνηθεί κανείς, είχε το χρυσό όνειρο της Γιάννας Αγγελοπούλου, του Μπάμπη του Βωβού, του Πέτρου του Κωστόπουλου, του Κόκκαλη, του Βαρδινογιάννη, της Πανάθας και του Γαύρου, είχε Μερσεντέ και Ζήμενς, είχε Οζάλ, Οτσαλάν, Κλίντον, 17 Νοέμβρη, είχε γκόμενες στο πιάτο, είχε κλάμπινγκ, μεγάλες πίστες, είχε καφρίλα στην παραλιακή, κάγκουρες, πλατινέ ξανθιές κότες, Ars Gratia Artis, τα είχε όλα. Κι αυτά, και όσα ξεχνάω, σχωρνάτε με.

Και κανείς δεν έλεγε τίποτε. Και κανείς δε μιλούσε, επειδή δεν υπήρχε ένας που να μη γούσταρε. Ανεξάρτητα από ιδεολογίες, όλοι γούσταραν την ευζωία, την άνεση, τη μέρα με αύριο και μεθαύριο και παραμεθαύριο, χωρίς ζόρια, χωρίς πολλά πολλά.

Και μετά μάθαμε έτσι. Έτσι δεν είναι;

Ναι, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν έπεφτε. Ανδρωνόταν. Αναπτύσσετο, εξελισσόταν.

Εμένα (και του ίσκιου μου) καθόλου δε μας άρεσε αυτό. Βλέπετε, ουδέποτε υπήρξα υπέρ της εξουσίας αυτού του τύπου. Της εξουσίας, η οποία βολεύει τους γκρινιάρηδες και τους κάνει γενίτσαρους.

Αρκούσε, να το πούμε έτσι, η εξής πατέντα: Γκρίνιαζες στον ΠΑΣΟΚο, έγλυφες το ΝεοΔημοκράτη, ή vice versa. Το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: θεσούλα στο Δημόσιο. Αν δεν έπιανε κι αυτό, γινόσουν κομμουνιστής και συνδικαλιστής και αγωνιστής, για τα δίκαια του Λαού. Κάτι έξτρα στα οδοιπορικά, κάτι τζάμπα τσιμπούσια, κάτι υπερωρίες, κάτι κανά μπαξίσι, «να ηρεμήσει ο όχλος», και  - να σου πω κάτι; - πιο μάγκας ήσουν – και επανάσταση, να ‘ουμ’.

Τέλεια όλα αυτά. Γιατί δεν έπεφτε ο νεοφιλελευθερισμός; Δεν καταλάβαινε κανείς τι συνέβαινε και έσκαγαν τα περιστασιακά κανόνια στην αγορά; Δεν προβληματιζόταν κανείς, όταν η Διαμαντοπούλου – μέλος ισχυρό της πανίσχυρης Λέσχης, έμπαινε στα μέσα και στα έξω της παιδείας και εξανδραπόδιζε το σύνολο των δομών; Δεν κόλλαγε κανείς τρυφηλός να πει «ως εδώ», όταν έσκαγαν το ένα μετά τ’ άλλο τα φουρνέλα της Στάζι, της Ζήμενς, του Ο.Τ.Ε., της Δ.Ε.Η.; Μπαμ ο καθένας;; Τσουκάτος, Πάγκαλος, Άκης, Χριστοφοράκος, Λοβέρδος, Βενιζέλος, Παπακωνσταντίνου; Δεν προβληματίστηκε κανείς πού θα πάει το πράμα, όταν όλοι αυτοί είχαν σταματήσει εμφανώς να κρύβονται και είχαν πια αρχίσει να λένε ξεδιάντροπα ότι είναι νεοφιλελεύθεροι; Τόσο τυφλοί κατέστησαν όλοι, που άφηναν τους αρχιμπάτσους να αλωνίζουν με λίστες του Βουλγαράκη ... προς όφελος ΠΑ.ΣΟ.Κ.ων; Έγιναν καλές οι λίστες των διπλοεγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επειδή . . . τις έσιαξε ο . . . Παυλόπουλος ; ; ;

Πού πήγαινε όλο αυτό; Και δηλαδή πού να πήγαινε; Υπήρξε, λέτε, ένα λαμόγιο από αυτά που μας/σας/τους κυβερνούν σήμερα  - τώρα που συσπειρώθηκαν, σαν τις ύαινες – που να μην ήξερε;;;

Αλήθεια τώρα, μεταξύ μας…. Λέτε να υπήρξε έστω κι ένας;

Ποιον, λοιπόν, να δικαιολογήσουμε; Κάποιον, έναν. Να βγει κάποιος πολίτης και να μου φτύσει το όνομα στα μούτρα: να μου πει «ξέρεις, κάτι, ρε φίλε; ο τάδε ΔΕΝ ήξερε, τέλος».

Αμφισβητώ ειλικρινά τη δυνατότητα οποιουδήποτε να ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, χωρίς να είναι διανοητικά ελλιποβαρής ή λαμόγιο.

To be continued (κάτι μέρες μείνανε)


New Year’s Resolutions Reloaded (pt.II)

Πού είχαμε μείνει; Α!, ναι, στο ότι αυτός ο τόπος δε σώζεται με τίποτε. Ωραία ιδέα και άποψη, αισιόδοξη, εύχαρις και με προοπτικές, ένα πράμα. Το μόνο της μειονέκτημα ήταν – και παραμένει – το άτοπό της: Δεν ωφελεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι τίποτε δε διορθώνεται και ταυτόχρονα να προσπαθεί μέσα από την άρθρωση νέου πολιτικού λόγου να διορθώσει τα κακώς κείμενα: καταντάει σχιζοφρένεια!

Στα πηγαδάκια των θαμώνων της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’60 (το συλλογικό ασυνείδητο λέει ότι) ανδρώθηκαν οι σπουδαιότεροι Έλληνες πολιτικοί, ότι εκεί γεννήθηκαν ιδέες επιχειρηματικού δαιμονίου και ότι, αν ήθελες να μάθεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο ατομικά, όφειλες στον εαυτό σου να αποκρυπτογραφήσεις τους κώδικες των συναθροιζομένων, να τους εκμαιεύσεις τα μυστικά και να γίνεις σπουδαίος – αυτό αρκούσε.

Κανείς δε μπήκε προφανώς στον κόπο να αναρωτηθεί για ποιον, τέλος πάντων, λόγο όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι θεωρητικοί και συναγελαζόμενοι αλλήλοις δεν έγιναν οι ίδιοι σπουδαίοι και μεγάλοι και τρανοί.

Ήταν μάλλον απλή η απάντηση: ήταν ευκολότερο να μιλάς, παρά να πράττεις. Αργόσχολοι, ξεπερασμένοι, ωχαδερφιστές, ταλαίπωροι γραφικοί: αυτοί συναγελάζονταν στην Ομόνοια του ’60 και του ’70. Οι σημερινοί γεροξεκούτηδες που περιμένουν τη σύνταξη μειωμένη κατά 50 με 60% και είναι πολύ ευχαριστημένοι που το αστέρι της Ευρωπαϊκής πολιτικής τους άφησε και 200 ευρώπουλα να ζήσουν, είναι εφάμιλλοι των τότε ομονοιάκηδων. (Πολύ άνετος είμαι με τους γέρους, ε; Ναι, ο μάγκας! Βλέπετε, ο πατέρας μου χάθηκε στα 55 του, δε χρειάζεται να τιμώ τα γηρατειά, δεν έχω τις αυταπάτες ότι ο νέος μαλάκας, όταν γεράσει, γίνεται σοφός. Γερομαλάκας γίνεται).

Τέλεια, η απάντηση βρέθηκε! Θα σκοτώσουμε όλους τους γέρους, θα μείνουμε κανά δυο εκατομμύρια (άλλοι νέοι δεν υπάρχουν στην Ελλάδα της υπογεννητικότητας και της σήψης του ’12), θα κάνουμε επανάσταση μόνοι μας, ας βγούμε και δεύτεροι, πάλι νικητές θα είμαστε και μετά θα … καθόοομαστε!!

Μπα, ούτε κι αυτό πρέπει να είναι η λύση… Ας την κρατήσουμε στην καβάτζα όμως, πού ξέρεις; Μπορεί να χρειαστεί, αν δε βρεθεί κάτι άλλο.

Θα ζητήσουμε και από το Βαγγέλη μια συνταγματική τοποθέτηση και εφαρμογή μιας διάταξης (καθόλου φωτογραφικής, στηλιτεύω τέτοιες ποταπές μεθόδους!!), του στυλ « στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται δεύτερη παράγραφος: Εάν το θύμα της ανθρωποκτονίας συναίνεσε με την ψήφο του στην άνοδο στην εξουσία του πολιτικού ανδρός, ο οποίος και φόνευσε το θύμα, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και αποδίδεται το Μετάλλιον της Λεγεώνος του Ελντοράντο στον ως άνω πολιτικόν». Νομίζω ότι η παρούσα Βουλή των Ελλήνων δε θα έμενε αδιάφορη σε μια τέτοια πρόταση. Τέλος πάντων, ίδωμεν.

Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά. Ας δούμε τις διεξόδους μας. Αν στρεφόμαστε στον ορθό δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; Όχι και πολύ άσχημη ιδέα! Στην τελική, γιατί να πληρώνω εγώ το Κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους;   Ε;  Εγώ επέλεξα να ασκήσω ελεύθερο επάγγελμα, όχι να με ταΐζει ο άλλος. Επέλεξα να μη γλύψω, να μην παρακαλέσω για μια θεσούλα, να είμαι αυτόνομος! Και μέσα από την ορθή δεξιά πρακτική να γίνω εγώ ο πιο σπουδαίος, ο πιο πλούσιος, ο πιο μάγκας!!!

Μμμμμμ, δεν ξέρω… νομίζω ότι λίγο δύσκολα θα ζήσουν τα παιδιά μου ανάμεσα σε φτωχούς κουρελήδες με μίσος στα μάτια. Νομίζω ότι δεν έγλυψαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, μόνο οι άχρηστοι και οι υπάνθρωποι, αλλά…. τέτοιοι υπάρχουν παντού. Νομίζω ότι στο νεοφιλελευθερισμό η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι οι καλύτεροι αυτοί που αναρριχώνται, αλλά τα πλέον κτήνη. Ότι αυτό είναι το πολιτικό σύστημα με τις περισσότερες ομοιότητες προς τη φρίκη της ωμής δύναμης, της χωσίας, της σκληρότητας επιπέδου ζωικού βασιλείου. «Φάε, για να μη σε φάνε, σκότωσε, πάτα επί πτωμάτων, ανέβα και λιώσε τα κεφάλια που σηκώνονται να δουν ήλιο», τέτοια.

Νομίζω επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει υιοθετήσει μια φοβερή πατέντα, ώστε να βρίσκεται πάντοτε στην από πάνω: Ισχυρίζεται ότι επιθυμεί την κατά το δυνατόν ελάχιστη συμμετοχή του Κράτους στην ατομική και εν συνόλω κοινωνική οικονομική δραστηριότητα, πλην όμως . . . το πανίσχυρο Κράτος του νεοφιλελευθερισμού υιοθετεί τις μυστικές υπηρεσίες, τις μονάδες κρατικής καταστολής, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, την παρακολούθηση, το espionage, τον agent provocateur, το στρατό, τα δημόσια αγαθά, τα πάντα όλα, χάριν της ατομικής ευμάρειας. Σαν όλη η ζωή να είναι ένας αγώνας ποιος θα είναι ο πιο αλώβητος,  ό,τι κι αν πράξει, υπεράνω όλων των άχρηστων κουρελήδων, οι οποίοι εργάζονται για αυτόν, παράγουν για αυτόν, υποτάσσονται σε αυτόν. Στην άγρια φύση που σκεφτόμουν πριν ως αναλογικό παράδειγμα, αυτό – νομίζω – δε συμβαίνει. Στην αγέλη των λεόντων, όλα τα λιοντάρια είναι καλοταϊσμένα. Μπορεί το μπον φιλέ της ζέβρας να χλαπακιάζεται αυθωρεί και παραχρήμα από το μεγάλο αρσενικό, αλλά δεν υπάρχει ένα ζωντανό, το οποίο να μη φάει τίποτε.

Πού ποντάρει λοιπόν το υπαρκτό – ανύπαρκτο Κράτος της Δεξιάς, ώστε να διατηρείται τόσο καλά στη φθορά του Πανδαμάτορος, σχεδόν τόσο, όσο κι η κυρία Μαριάννα;;;

Μα . . . στον λαουτζίκο! Στον κακομοίρη, ο οποίος σχεδόν γουστάρει  - άφατος μαζοχιστής – την  Υ π η ρ ε σ ί α, το βύσμα, τη λαμογιά, το γλύψιμο, το θάμας του αναρριχηθέντος, την ενδόμυχη ελπίδα ότι  - μια μέρα – ο ντουνιάς ο σκάρτος κι ο παράλογος θα του φερθεί εντάξει και  . . . θα σκοτώσει και θα μείνει κι εκείνος ατιμώρητος, θα κλέψει και θα του τη χαρίσουν, θα βγάλει τα φράγκα που του πρέπουν, για να πάει στα μπουζούκια και να χτυπήσει την πιο καυτή γκόμενα του λεκανοπεδίου, κι ας πάει να κουρευτεί η πλέμπα.
Και αυτός ο λαουτζίκος αναζητά να χωθεί στο  Δ η μ ό σ ι ο, στη θεσάρα, όπου κάαααθεσαι και δε χρειάζεται να είσαι ευγενής, δε χρειάζεται να παράγεις, δε χρειάζεται να υπηρετείς τον (συμ)πολίτη σου, γιατί ΕΙΣΑΙ ΒΥΣΜΑ του βο(υ)λευτή!!!

Άρα, για να τα λέμε σωστά, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει Κράτος Δικαίου εντός του νεοφιλελεύθερου προτύπου, αφού   α υ τ ό  είναι που χρειάζεται ανεγκέφαλα μαντρόσκυλα, γνώστες μόνον της αγνοίας τους. Αυτοί είναι που ξέρουν ότι, χωρίς ένα αφεντικό να τους προστατεύσει, όσο του κάνουν τα θελήματα, οι υπόλοιποι και θα τους καταλάβουν και θα τους . . . στείλουν για δουλειά! «Απαράδεκτο, αγαπητέ μου, το απεύχομαι, ούτω θα καταστραφώμεν ως Έθνος», θα πει ο γερομαλάκας που παίρνει τρεις συντάξεις, μία ως εκ των υπηρεσιών του προς το Έθνος – ταγματασφαλίτης -, μία ως εκ του υπαλληλικού του δεσμού – προϊστάμενος στο Τμήμα Έρευνας και προώθησης στην αγορά του Καλαβρέζικου Όρχι στο Τατζικιστάν (είναι πολύ σημαντικό το έργο του εν λόγω νπδδ, μην το περιγελάτε, βρε άσχετοι!!) και μία . . . από την Εθνική Αντίσταση (υπήρχε, μας τη δώσανε, την πήραμε, τι θέτε τώρα!)

Άκρη δε βγάζω, βρε παιδί μου…. Τι απόφαση να πάρω;
Πώς να σώσω τη Χώρα;

Ες αύριον τα σπουδαία (μάλλον).

Τέλος βου μέρους
(βλέπω να ‘χει και γου)


New Year’s Resolutions Reloaded
(pt.III – Praeterea censeo Carthago delenda est.)

Κάπως έτσι φτάσαμε και στο ζουμί: Καλή και η Ιστορία, αλλά τι να την κάνεις, άμα δεν έχεις να φας; Primum vivere, deinde philosophare, πρώτα να ζεις, έπειτα να φιλοσοφείς,  σωστά;
            Για να ξαναπάρουμε τα δεδομένα:
Α) Αυτό που ζούμε,  δ ε ν  είναι καπιταλισμός.

Βου) Αυτό που ζούμε  δ ε ν πρόκειται να τελειώσει από μόνο του.

Γου και φαρμακερό)  Δ ε ν υπάρχουν τα όπλα, να τα πάρουμε και να βγούμε στο καραούλι, δ ε ν  ζει ανάμεσά μας ο Ηρακλής να ξεβρωμίσει του Αυγεία το μαγαζί,  δ ε ν  βλέπω να αποφασίζει ο σωτήρας να το πάρει πάνω του.

Άντε, να τα πάρουμε.

Επί του α.
Κι αν δεν είναι καπιταλισμός, τι είναι;
 Λοιπόν, λέγεται υβρίδιο. Συμπεριλαμβάνει τα κακά χαρακτηριστικά του γερολαδά εμπόρου (αγοράζω φτηνά, πάμφθηνα - πουλάω με κέρδος 2000% και γκρινιάζω κιόλας), του σταλινικοφασίστα γερμανοκομμουνιστή (εγώ θα πω τι θα γίνει – κι άμα κουνηθείς στην άναψα – βλέπε Δένδιας) και του σοσιαλιστή (θα σου λέω «θα» κι εσύ θα ελπίζεις ΦωτοΜπένυ, όπως φωτοφίνις).

Επί του βου.
Όσο υπάρχει ελπίδα (το «θα» του σοσιαλιστή), την έχουμε βαμμένη – κανονικά. Ο φασίστας θα εξαϋλωθεί, δώδεκα δευτερόλεπτα, αφ’ ότου η Χώρα ανακάμψει. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο και εμπειρία στο να αλλάζουν κάδρα από τον τοίχο της σαλοτραπεζαρίας – Κοκός, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Στυλιανός, Δημήτρης, και μετά Αντρέας, Κωνσταντίνος, Κωστάκης, Ελιάς, γκαπ, Αντωνάκης και ούτω καθ’ εξής. Στο τέλος και Αλέκα θα έβαζε.

Κάθε μέρα που περνάει όμως, ο ήλιος έρχεται όλο και πιο κάθετα προς την επιφάνεια της Πατρίδος. Και όλοι λέμε, «πέρασε ο ρημάδης ο χειμώνας», και ξεχνάμε ότι οι πόλεμοι γίνονται καλοκαίρι – το ‘λεγε και ο έρμος ο Θουκυδίδης. 
Η ελπίδα είναι αυτή που κάνει τη ζημιά. Σου λέει ο άλλος: «άστο, λίγο ακόμη, πού θα πάει, θα περάσει, καλοκαίρι έρχεται, κάτι θα γίνει». 
Είναι όμως αλήθεια έτσι; Είναι δυνατόν να πει ο πλούσιος  - από μόνος του – «ας δώσω κάτι και στα φτωχά, τα ορφανά και τις χήρες; Δύσκολο δεν είναι; Κι άντε και το είπε. Τι θα συμβεί που το είπες Θα το κάνει κιόλας; Θα μοιραστεί τους χιτώνες; Αν είναι έτσι, γιατί δε συνέβη ως τώρα;

Επί του γου.
(Άσχετο: Πώς ζούσαμε έως και την gap-οφράδα του Καστελλόριζου;
Τι θα συνέβαινε, αν είχε πέσει από το ποδήλατο ο μοντέρνος Πηλιογούσης, μία ώρα πριν βγει στα κανάλια, να μας ανακοινώσει το μέλλον που σήμερα ζούμε;
Τι θα συνέβαινε αν είχε φάει μια σφαίρα στο Δόξα Πατρί ο Πηλιογούσης, μία ώρα πριν δείξει το μονοπάτι στους Τουρκαλβανούς;
Θα ‘βγαινε ο Μπένυ να το πει;
Γιατί, θα ‘βγαζε κι άλλο Πηλιογούση το Σούλι;
Κι άντε κι έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης.
Θα είχε την ίδια ευκαιρία, αν απάνω στο πτώμα είχαν βρεθεί χαρτιά που να αποδείκνυαν ότι πήγαινε να προδώσει;
Θα είχε την ίδια ευκαιρία ο  - όποιος – αντικαταστάστης του "έπεσε-από-το-ποδήλατο-και-ψόφησε" γκαπ, αν στο λαπτόπ δίπλα στο πτώμα βρίσκονταν .pdf και e-mails μεταξύ του πτώματος, της ασπρομάλλας και της Οστρογότθας;
Θα το έπαιζε κι άλλος τεθλιμμένη χήρα και σωτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Χώρας;
Κι αν έτρωγε σφαίρα κι ο άλλος Πηλιογούσης;
Κι αν έπεφτε από το δεκατάχυτο κι ο νέος σωτήρας – αντικαταστάτης του πρώτου σωτήρα;
Ο  τ ρ ί τ ο ς  σωτήρας τι θα έκανε;
Θα έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης;
Θα έβγαινε και τρίτος σωτήρας – φαν της αναρρίχησης;
Τα ύψη ζαλίζουν.
Μηνά σκεφτόταν κι ο τρίτος ότι μπορεί να πέσει από το γκρεμό;

Τέλος πάντων, αυτά τα ατυχήματα έχω ακούσει ότι τα κάνουν κάτι κολλημένες με την εθνικοφροσύνη μυστικές υπηρεσίες – και δεν έχω δει καμιά μυστική υπηρεσία στην Ελλάδα να δρα με γνώμονα το εθνικό συμφέρον (από τον καιρό της Ιλιάδας κι εντεύθεν δηλαδή, όχι από παλιότερα).
Επανέρχομαι, συγγνώμη, μιλούσα μόνος μου.

Θέλουμε γου. Ναι. Θέλουμε, όχι απαξίωση των τεκταινομένων, αλλά σαφή προσανατολισμό προς τα μπροστά.
Θέλουμε ιδιωτική παραγωγή.

Ό χ ι  ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, ιδιωτική παραγωγή.

Και θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου.
Το «κάπου» δεν είναι αόριστος έννοια, κύριοι.
Το «κάπου» είναι το σπίτι μας.
Έχουμε φίλους σε ζόρια, σοβαρά ζόρια. Πρέπει να το δούμε αυτό.
Είμαστε ακόμη βολεμένοι εμείς; Οι διπλανοί πάλι, όχι.
Πρέπει να κοιτάξουμε τους διπλανούς μας, για να δούμε υπό ορθή γωνία το μέλλον.

Ο Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας, την περίφημη ρήση του οποίου δανείστηκα για τις ανάγκες του παρόντος, δεν ήταν η καλύτερη – αλλά ούτε και η χειρότερη  - μορφή της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σαν Αυτοκρατορία, αντιλαμβάνεστε, υπήρχε πολύ σκουπίδι, ίσως ανάλογο και αντίστοιχο της δόξας της Ρώμης. Κάτι σαν Ελλάδα του 2013 – χωρίς τη δόξα.
Εχθρός της Ρώμης η Καρχηδόνα, επίσης μεγάλη δύναμη της εποχής.
«Πριν από ο,τιδήποτε άλλο, ζητώ (από τη Σύγκλητο) να εγκρίνει την κήρυξη πολέμου, ώστε να καταστραφεί η Καρχηδόνα», έλεγε σε ελεύθερη μετάφραση σε κάθε λόγο που απηύθηνε στο Σώμα των Συγκλητικών ο Κικέρωνας. Έβλεπε ότι, με την Καρχηδόνα απέναντι, περισσότερη δόξα για τη Ρώμη δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί.
Σήμερα, η δόξα έχει πάει στράφι. Μένει η ανάκαμψη. Δεν είναι δόξα αυτή;
Θέλουμε – χρειάζεται – να γυρίσουμε τα ρολόγια πέντε χρόνια πίσω.
Πρέπει να το θέλουμε.
Και θα γίνει. Αλλά θέλει δουλειά. Και τη θέλει τώρα. Από όλους.

Θέλουμε μέλλον; Πρέπει να φτιάξουμε το μέλλον.
Υπάρχει άλλο μέλλον από το 2008;
Πίσω στο μέλλον – γίνεται;
Για θυμηθείτε πώς ήταν, για να δείτε αν γίνεται.
Για να δείτε, αν αξίζει να προσπαθήσετε.
Για να το δούμε μαζί.


Κι ας προσπαθήσουμε.

του Θάνου Αθανασιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...