Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Το όλον και το μέρος - New Year's Resolutions Reloaded pts. I, II & III





Καλημέρα, καλησπέρα και καληνύχτα σας,

Η σειρά των κειμένων που ακολουθεί, ολοκληρώνει το έργο, στο οποίο  αποφάσισα να προβώ, προκειμένου να δώσω κάποιες απαντήσεις σε μένα και σε σένα, αλλά και σε εκείνον που με διαβάζει, αλλά ντρέπεται να το πει.

Το τρίτο κείμενο γράφτηκε στις 3 Απριλίου 2103, το δεύτερο στις 28 Δεκεμβρίου του 2012 και το πρώτο επίσης. (Σπαστικούλη, γιατί τα γράφεις ανάποδα; Τέλος εσωτερικής διαβούλευσης).

Δεν άλλαξα τίποτε. Το κακό της αποσπασματικής γραφής συμβαίνει κάποιες φορές να είναι και το προτέρημά της: ο χρόνος κρίνει τι ήταν σπουδαίο, τι διαχρονικό, τι τελικά συνέβη. Η Ιστορία θα απαλείψει, όχι οι άνθρωποι.
Κι όπως λέει κι ο μακαρίτης, ο σπουδαίος μουσικός, Rowland S. Howard: the Story goes...

New Year’s Resolutions Reloaded.

Πάει κοντά έτος, από τη στιγμή που αποφάσισα δημοκρατικά (με ψήφους δυο έναντι καμιάς στην κόντρα με τον εαυτό μου περί τη χάραξη νέας ατομικής πορείας) να ασχοληθώ ενεργά με τα πολιτικά πράγματα σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής σκηνής.
Όχι, δε μου έλειπε η άποψη, ούτε οι θεόσταλτες ιδέες σχετικά με το τι ή ποιος μπορεί να σώσει αυτόν τον τόπο. Για την ακρίβεια είχα ήδη προαποφασίσει ότι ο τόπος αυτός δε σώζεται με καμία δύναμη
Δεν ήταν και καμία σοφία αυτό: Ήδη από εικοσαετίας είχε καταρρεύσει το αντίπαλον δέος της κόκκινης αρκούδας. Ήταν νομοτελειακό να καταρρεύσει και ο άκρατος νεοφιλελευθερισμός, έλεγα. 
Φαίνονταν μάλιστα να συμφωνούν μαζί μου πολλοί, τουλάχιστον αυτό έδειχναν τα σημάδια των τότε καιρών: Βασικά, όντως δεν υπήρχε αντίπαλος: Οι δήθεν αριστεροί της πλάκας (νυν ώριμη ΔΗ.Μ.ΑΡ.), με τις βολεψιάρικες «περί ήπιας αντίδρασης» απόψεις τους, οι οποίες σήμερα τους έχουν καταστήσει το μεγάλο πρόβλημα, ωσεί γενίτσαρους των δεξιών. Η εξαφανισμένη ακροδεξιά του Καρατζα-φέρτα-όλα-να-λιγδώσει-το-εντεράκι, η οποία παρέπαιε στο άτοπο της βασιλο-χουντικής συνύπαρξης (και βασιλιά και στρατά με τάνκς και εθνικοφροσύνες και κόκκινη μηλιά και εθνική παλιγγενεσία και τα πάντα όλα – μόνο που το βασιλιά τον είχε διώξει η χούντα και Κύπρος δεν είχε μείνει, παρά ένα κομματάκι). Το Κ.Κ.Ε. της Αλτσχάιμερ, το οποίο δεν είχε παρευρεθεί στην πτώση του Τείχους, «οπότε δεν είχε συμβεί τέτοιο πράγμα». Ο Συνασπισμός της θεωρίας και της διανόησης, «κουβέντα να γίνεται», «να το συζητήσουμε» «να διασκεφθώ μονάχος, να βγουν δυο απόψεις, να το πω και του ίσκιου μου, να δω τι λέει κι εκείνος», το κουλέρ λοκάλ ανέκδοτο, τέλος πάντων.
Και υπήρχε και η Εξουσία: εναλλασσόμενη, πάντοτε ίδια, ΠΑ.ΣΟ.Κ., Νέα Δημοκρατία, η Εξουσία. «Μη μιλάς κατά του ΠΑ.ΣΟ.Κ., είσαι οπισθοδρομικός!!!» Μην καταφέρεσαι κατά της Νέας Δημοκρατίας, θα βρεις δουλειά του Αγίου (αυτουνού, του τέτοιου μωρέ, έλα, τέλος πάντων).
Αυτή η Εξουσία είχε όλα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν τέτοια: είχε ΜΑΤ και ΜΕΑ (για μια Ελλάδα νέα), είχε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχε τους Τούρκους στο πλευρό μας, με νέα και μεγαλεπήβολα εξοπλιστικά προγράμματα σε επίπεδο καραβάνας και κατεψυγμένου Αργεντινής, όποτε είπε να κουνηθεί κανείς, είχε το χρυσό όνειρο της Γιάννας Αγγελοπούλου, του Μπάμπη του Βωβού, του Πέτρου του Κωστόπουλου, του Κόκκαλη, του Βαρδινογιάννη, της Πανάθας και του Γαύρου, είχε Μερσεντέ και Ζήμενς, είχε Οζάλ, Οτσαλάν, Κλίντον, 17 Νοέμβρη, είχε γκόμενες στο πιάτο, είχε κλάμπινγκ, μεγάλες πίστες, είχε καφρίλα στην παραλιακή, κάγκουρες, πλατινέ ξανθιές κότες, Ars Gratia Artis, τα είχε όλα. Κι αυτά, και όσα ξεχνάω, σχωρνάτε με.

Και κανείς δεν έλεγε τίποτε. Και κανείς δε μιλούσε, επειδή δεν υπήρχε ένας που να μη γούσταρε. Ανεξάρτητα από ιδεολογίες, όλοι γούσταραν την ευζωία, την άνεση, τη μέρα με αύριο και μεθαύριο και παραμεθαύριο, χωρίς ζόρια, χωρίς πολλά πολλά.

Και μετά μάθαμε έτσι. Έτσι δεν είναι;

Ναι, αλλά ο νεοφιλελευθερισμός δεν έπεφτε. Ανδρωνόταν. Αναπτύσσετο, εξελισσόταν.

Εμένα (και του ίσκιου μου) καθόλου δε μας άρεσε αυτό. Βλέπετε, ουδέποτε υπήρξα υπέρ της εξουσίας αυτού του τύπου. Της εξουσίας, η οποία βολεύει τους γκρινιάρηδες και τους κάνει γενίτσαρους.

Αρκούσε, να το πούμε έτσι, η εξής πατέντα: Γκρίνιαζες στον ΠΑΣΟΚο, έγλυφες το ΝεοΔημοκράτη, ή vice versa. Το αποτέλεσμα πανομοιότυπο: θεσούλα στο Δημόσιο. Αν δεν έπιανε κι αυτό, γινόσουν κομμουνιστής και συνδικαλιστής και αγωνιστής, για τα δίκαια του Λαού. Κάτι έξτρα στα οδοιπορικά, κάτι τζάμπα τσιμπούσια, κάτι υπερωρίες, κάτι κανά μπαξίσι, «να ηρεμήσει ο όχλος», και  - να σου πω κάτι; - πιο μάγκας ήσουν – και επανάσταση, να ‘ουμ’.

Τέλεια όλα αυτά. Γιατί δεν έπεφτε ο νεοφιλελευθερισμός; Δεν καταλάβαινε κανείς τι συνέβαινε και έσκαγαν τα περιστασιακά κανόνια στην αγορά; Δεν προβληματιζόταν κανείς, όταν η Διαμαντοπούλου – μέλος ισχυρό της πανίσχυρης Λέσχης, έμπαινε στα μέσα και στα έξω της παιδείας και εξανδραπόδιζε το σύνολο των δομών; Δεν κόλλαγε κανείς τρυφηλός να πει «ως εδώ», όταν έσκαγαν το ένα μετά τ’ άλλο τα φουρνέλα της Στάζι, της Ζήμενς, του Ο.Τ.Ε., της Δ.Ε.Η.; Μπαμ ο καθένας;; Τσουκάτος, Πάγκαλος, Άκης, Χριστοφοράκος, Λοβέρδος, Βενιζέλος, Παπακωνσταντίνου; Δεν προβληματίστηκε κανείς πού θα πάει το πράμα, όταν όλοι αυτοί είχαν σταματήσει εμφανώς να κρύβονται και είχαν πια αρχίσει να λένε ξεδιάντροπα ότι είναι νεοφιλελεύθεροι; Τόσο τυφλοί κατέστησαν όλοι, που άφηναν τους αρχιμπάτσους να αλωνίζουν με λίστες του Βουλγαράκη ... προς όφελος ΠΑ.ΣΟ.Κ.ων; Έγιναν καλές οι λίστες των διπλοεγγεγραμμένων ψηφοφόρων, επειδή . . . τις έσιαξε ο . . . Παυλόπουλος ; ; ;

Πού πήγαινε όλο αυτό; Και δηλαδή πού να πήγαινε; Υπήρξε, λέτε, ένα λαμόγιο από αυτά που μας/σας/τους κυβερνούν σήμερα  - τώρα που συσπειρώθηκαν, σαν τις ύαινες – που να μην ήξερε;;;

Αλήθεια τώρα, μεταξύ μας…. Λέτε να υπήρξε έστω κι ένας;

Ποιον, λοιπόν, να δικαιολογήσουμε; Κάποιον, έναν. Να βγει κάποιος πολίτης και να μου φτύσει το όνομα στα μούτρα: να μου πει «ξέρεις, κάτι, ρε φίλε; ο τάδε ΔΕΝ ήξερε, τέλος».

Αμφισβητώ ειλικρινά τη δυνατότητα οποιουδήποτε να ξεστομίσει τέτοια κουβέντα, χωρίς να είναι διανοητικά ελλιποβαρής ή λαμόγιο.

To be continued (κάτι μέρες μείνανε)


New Year’s Resolutions Reloaded (pt.II)

Πού είχαμε μείνει; Α!, ναι, στο ότι αυτός ο τόπος δε σώζεται με τίποτε. Ωραία ιδέα και άποψη, αισιόδοξη, εύχαρις και με προοπτικές, ένα πράμα. Το μόνο της μειονέκτημα ήταν – και παραμένει – το άτοπό της: Δεν ωφελεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι τίποτε δε διορθώνεται και ταυτόχρονα να προσπαθεί μέσα από την άρθρωση νέου πολιτικού λόγου να διορθώσει τα κακώς κείμενα: καταντάει σχιζοφρένεια!

Στα πηγαδάκια των θαμώνων της Ομόνοιας της δεκαετίας του ’60 (το συλλογικό ασυνείδητο λέει ότι) ανδρώθηκαν οι σπουδαιότεροι Έλληνες πολιτικοί, ότι εκεί γεννήθηκαν ιδέες επιχειρηματικού δαιμονίου και ότι, αν ήθελες να μάθεις κάτι ουσιαστικό και ωφέλιμο ατομικά, όφειλες στον εαυτό σου να αποκρυπτογραφήσεις τους κώδικες των συναθροιζομένων, να τους εκμαιεύσεις τα μυστικά και να γίνεις σπουδαίος – αυτό αρκούσε.

Κανείς δε μπήκε προφανώς στον κόπο να αναρωτηθεί για ποιον, τέλος πάντων, λόγο όλοι εκείνοι οι σπουδαίοι θεωρητικοί και συναγελαζόμενοι αλλήλοις δεν έγιναν οι ίδιοι σπουδαίοι και μεγάλοι και τρανοί.

Ήταν μάλλον απλή η απάντηση: ήταν ευκολότερο να μιλάς, παρά να πράττεις. Αργόσχολοι, ξεπερασμένοι, ωχαδερφιστές, ταλαίπωροι γραφικοί: αυτοί συναγελάζονταν στην Ομόνοια του ’60 και του ’70. Οι σημερινοί γεροξεκούτηδες που περιμένουν τη σύνταξη μειωμένη κατά 50 με 60% και είναι πολύ ευχαριστημένοι που το αστέρι της Ευρωπαϊκής πολιτικής τους άφησε και 200 ευρώπουλα να ζήσουν, είναι εφάμιλλοι των τότε ομονοιάκηδων. (Πολύ άνετος είμαι με τους γέρους, ε; Ναι, ο μάγκας! Βλέπετε, ο πατέρας μου χάθηκε στα 55 του, δε χρειάζεται να τιμώ τα γηρατειά, δεν έχω τις αυταπάτες ότι ο νέος μαλάκας, όταν γεράσει, γίνεται σοφός. Γερομαλάκας γίνεται).

Τέλεια, η απάντηση βρέθηκε! Θα σκοτώσουμε όλους τους γέρους, θα μείνουμε κανά δυο εκατομμύρια (άλλοι νέοι δεν υπάρχουν στην Ελλάδα της υπογεννητικότητας και της σήψης του ’12), θα κάνουμε επανάσταση μόνοι μας, ας βγούμε και δεύτεροι, πάλι νικητές θα είμαστε και μετά θα … καθόοομαστε!!

Μπα, ούτε κι αυτό πρέπει να είναι η λύση… Ας την κρατήσουμε στην καβάτζα όμως, πού ξέρεις; Μπορεί να χρειαστεί, αν δε βρεθεί κάτι άλλο.

Θα ζητήσουμε και από το Βαγγέλη μια συνταγματική τοποθέτηση και εφαρμογή μιας διάταξης (καθόλου φωτογραφικής, στηλιτεύω τέτοιες ποταπές μεθόδους!!), του στυλ « στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα προστίθεται δεύτερη παράγραφος: Εάν το θύμα της ανθρωποκτονίας συναίνεσε με την ψήφο του στην άνοδο στην εξουσία του πολιτικού ανδρός, ο οποίος και φόνευσε το θύμα, αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης και αποδίδεται το Μετάλλιον της Λεγεώνος του Ελντοράντο στον ως άνω πολιτικόν». Νομίζω ότι η παρούσα Βουλή των Ελλήνων δε θα έμενε αδιάφορη σε μια τέτοια πρόταση. Τέλος πάντων, ίδωμεν.

Αλλά ας μιλήσουμε σοβαρά. Ας δούμε τις διεξόδους μας. Αν στρεφόμαστε στον ορθό δρόμο του νεοφιλελευθερισμού; Όχι και πολύ άσχημη ιδέα! Στην τελική, γιατί να πληρώνω εγώ το Κράτος και τους δημοσίους υπαλλήλους;   Ε;  Εγώ επέλεξα να ασκήσω ελεύθερο επάγγελμα, όχι να με ταΐζει ο άλλος. Επέλεξα να μη γλύψω, να μην παρακαλέσω για μια θεσούλα, να είμαι αυτόνομος! Και μέσα από την ορθή δεξιά πρακτική να γίνω εγώ ο πιο σπουδαίος, ο πιο πλούσιος, ο πιο μάγκας!!!

Μμμμμμ, δεν ξέρω… νομίζω ότι λίγο δύσκολα θα ζήσουν τα παιδιά μου ανάμεσα σε φτωχούς κουρελήδες με μίσος στα μάτια. Νομίζω ότι δεν έγλυψαν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, μόνο οι άχρηστοι και οι υπάνθρωποι, αλλά…. τέτοιοι υπάρχουν παντού. Νομίζω ότι στο νεοφιλελευθερισμό η εμπειρία έχει δείξει ότι δεν είναι οι καλύτεροι αυτοί που αναρριχώνται, αλλά τα πλέον κτήνη. Ότι αυτό είναι το πολιτικό σύστημα με τις περισσότερες ομοιότητες προς τη φρίκη της ωμής δύναμης, της χωσίας, της σκληρότητας επιπέδου ζωικού βασιλείου. «Φάε, για να μη σε φάνε, σκότωσε, πάτα επί πτωμάτων, ανέβα και λιώσε τα κεφάλια που σηκώνονται να δουν ήλιο», τέτοια.

Νομίζω επίσης ότι ο νεοφιλελευθερισμός έχει υιοθετήσει μια φοβερή πατέντα, ώστε να βρίσκεται πάντοτε στην από πάνω: Ισχυρίζεται ότι επιθυμεί την κατά το δυνατόν ελάχιστη συμμετοχή του Κράτους στην ατομική και εν συνόλω κοινωνική οικονομική δραστηριότητα, πλην όμως . . . το πανίσχυρο Κράτος του νεοφιλελευθερισμού υιοθετεί τις μυστικές υπηρεσίες, τις μονάδες κρατικής καταστολής, τα πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης, την παρακολούθηση, το espionage, τον agent provocateur, το στρατό, τα δημόσια αγαθά, τα πάντα όλα, χάριν της ατομικής ευμάρειας. Σαν όλη η ζωή να είναι ένας αγώνας ποιος θα είναι ο πιο αλώβητος,  ό,τι κι αν πράξει, υπεράνω όλων των άχρηστων κουρελήδων, οι οποίοι εργάζονται για αυτόν, παράγουν για αυτόν, υποτάσσονται σε αυτόν. Στην άγρια φύση που σκεφτόμουν πριν ως αναλογικό παράδειγμα, αυτό – νομίζω – δε συμβαίνει. Στην αγέλη των λεόντων, όλα τα λιοντάρια είναι καλοταϊσμένα. Μπορεί το μπον φιλέ της ζέβρας να χλαπακιάζεται αυθωρεί και παραχρήμα από το μεγάλο αρσενικό, αλλά δεν υπάρχει ένα ζωντανό, το οποίο να μη φάει τίποτε.

Πού ποντάρει λοιπόν το υπαρκτό – ανύπαρκτο Κράτος της Δεξιάς, ώστε να διατηρείται τόσο καλά στη φθορά του Πανδαμάτορος, σχεδόν τόσο, όσο κι η κυρία Μαριάννα;;;

Μα . . . στον λαουτζίκο! Στον κακομοίρη, ο οποίος σχεδόν γουστάρει  - άφατος μαζοχιστής – την  Υ π η ρ ε σ ί α, το βύσμα, τη λαμογιά, το γλύψιμο, το θάμας του αναρριχηθέντος, την ενδόμυχη ελπίδα ότι  - μια μέρα – ο ντουνιάς ο σκάρτος κι ο παράλογος θα του φερθεί εντάξει και  . . . θα σκοτώσει και θα μείνει κι εκείνος ατιμώρητος, θα κλέψει και θα του τη χαρίσουν, θα βγάλει τα φράγκα που του πρέπουν, για να πάει στα μπουζούκια και να χτυπήσει την πιο καυτή γκόμενα του λεκανοπεδίου, κι ας πάει να κουρευτεί η πλέμπα.
Και αυτός ο λαουτζίκος αναζητά να χωθεί στο  Δ η μ ό σ ι ο, στη θεσάρα, όπου κάαααθεσαι και δε χρειάζεται να είσαι ευγενής, δε χρειάζεται να παράγεις, δε χρειάζεται να υπηρετείς τον (συμ)πολίτη σου, γιατί ΕΙΣΑΙ ΒΥΣΜΑ του βο(υ)λευτή!!!

Άρα, για να τα λέμε σωστά, δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρξει Κράτος Δικαίου εντός του νεοφιλελεύθερου προτύπου, αφού   α υ τ ό  είναι που χρειάζεται ανεγκέφαλα μαντρόσκυλα, γνώστες μόνον της αγνοίας τους. Αυτοί είναι που ξέρουν ότι, χωρίς ένα αφεντικό να τους προστατεύσει, όσο του κάνουν τα θελήματα, οι υπόλοιποι και θα τους καταλάβουν και θα τους . . . στείλουν για δουλειά! «Απαράδεκτο, αγαπητέ μου, το απεύχομαι, ούτω θα καταστραφώμεν ως Έθνος», θα πει ο γερομαλάκας που παίρνει τρεις συντάξεις, μία ως εκ των υπηρεσιών του προς το Έθνος – ταγματασφαλίτης -, μία ως εκ του υπαλληλικού του δεσμού – προϊστάμενος στο Τμήμα Έρευνας και προώθησης στην αγορά του Καλαβρέζικου Όρχι στο Τατζικιστάν (είναι πολύ σημαντικό το έργο του εν λόγω νπδδ, μην το περιγελάτε, βρε άσχετοι!!) και μία . . . από την Εθνική Αντίσταση (υπήρχε, μας τη δώσανε, την πήραμε, τι θέτε τώρα!)

Άκρη δε βγάζω, βρε παιδί μου…. Τι απόφαση να πάρω;
Πώς να σώσω τη Χώρα;

Ες αύριον τα σπουδαία (μάλλον).

Τέλος βου μέρους
(βλέπω να ‘χει και γου)


New Year’s Resolutions Reloaded
(pt.III – Praeterea censeo Carthago delenda est.)

Κάπως έτσι φτάσαμε και στο ζουμί: Καλή και η Ιστορία, αλλά τι να την κάνεις, άμα δεν έχεις να φας; Primum vivere, deinde philosophare, πρώτα να ζεις, έπειτα να φιλοσοφείς,  σωστά;
            Για να ξαναπάρουμε τα δεδομένα:
Α) Αυτό που ζούμε,  δ ε ν  είναι καπιταλισμός.

Βου) Αυτό που ζούμε  δ ε ν πρόκειται να τελειώσει από μόνο του.

Γου και φαρμακερό)  Δ ε ν υπάρχουν τα όπλα, να τα πάρουμε και να βγούμε στο καραούλι, δ ε ν  ζει ανάμεσά μας ο Ηρακλής να ξεβρωμίσει του Αυγεία το μαγαζί,  δ ε ν  βλέπω να αποφασίζει ο σωτήρας να το πάρει πάνω του.

Άντε, να τα πάρουμε.

Επί του α.
Κι αν δεν είναι καπιταλισμός, τι είναι;
 Λοιπόν, λέγεται υβρίδιο. Συμπεριλαμβάνει τα κακά χαρακτηριστικά του γερολαδά εμπόρου (αγοράζω φτηνά, πάμφθηνα - πουλάω με κέρδος 2000% και γκρινιάζω κιόλας), του σταλινικοφασίστα γερμανοκομμουνιστή (εγώ θα πω τι θα γίνει – κι άμα κουνηθείς στην άναψα – βλέπε Δένδιας) και του σοσιαλιστή (θα σου λέω «θα» κι εσύ θα ελπίζεις ΦωτοΜπένυ, όπως φωτοφίνις).

Επί του βου.
Όσο υπάρχει ελπίδα (το «θα» του σοσιαλιστή), την έχουμε βαμμένη – κανονικά. Ο φασίστας θα εξαϋλωθεί, δώδεκα δευτερόλεπτα, αφ’ ότου η Χώρα ανακάμψει. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο και εμπειρία στο να αλλάζουν κάδρα από τον τοίχο της σαλοτραπεζαρίας – Κοκός, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Στυλιανός, Δημήτρης, και μετά Αντρέας, Κωνσταντίνος, Κωστάκης, Ελιάς, γκαπ, Αντωνάκης και ούτω καθ’ εξής. Στο τέλος και Αλέκα θα έβαζε.

Κάθε μέρα που περνάει όμως, ο ήλιος έρχεται όλο και πιο κάθετα προς την επιφάνεια της Πατρίδος. Και όλοι λέμε, «πέρασε ο ρημάδης ο χειμώνας», και ξεχνάμε ότι οι πόλεμοι γίνονται καλοκαίρι – το ‘λεγε και ο έρμος ο Θουκυδίδης. 
Η ελπίδα είναι αυτή που κάνει τη ζημιά. Σου λέει ο άλλος: «άστο, λίγο ακόμη, πού θα πάει, θα περάσει, καλοκαίρι έρχεται, κάτι θα γίνει». 
Είναι όμως αλήθεια έτσι; Είναι δυνατόν να πει ο πλούσιος  - από μόνος του – «ας δώσω κάτι και στα φτωχά, τα ορφανά και τις χήρες; Δύσκολο δεν είναι; Κι άντε και το είπε. Τι θα συμβεί που το είπες Θα το κάνει κιόλας; Θα μοιραστεί τους χιτώνες; Αν είναι έτσι, γιατί δε συνέβη ως τώρα;

Επί του γου.
(Άσχετο: Πώς ζούσαμε έως και την gap-οφράδα του Καστελλόριζου;
Τι θα συνέβαινε, αν είχε πέσει από το ποδήλατο ο μοντέρνος Πηλιογούσης, μία ώρα πριν βγει στα κανάλια, να μας ανακοινώσει το μέλλον που σήμερα ζούμε;
Τι θα συνέβαινε αν είχε φάει μια σφαίρα στο Δόξα Πατρί ο Πηλιογούσης, μία ώρα πριν δείξει το μονοπάτι στους Τουρκαλβανούς;
Θα ‘βγαινε ο Μπένυ να το πει;
Γιατί, θα ‘βγαζε κι άλλο Πηλιογούση το Σούλι;
Κι άντε κι έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης.
Θα είχε την ίδια ευκαιρία, αν απάνω στο πτώμα είχαν βρεθεί χαρτιά που να αποδείκνυαν ότι πήγαινε να προδώσει;
Θα είχε την ίδια ευκαιρία ο  - όποιος – αντικαταστάστης του "έπεσε-από-το-ποδήλατο-και-ψόφησε" γκαπ, αν στο λαπτόπ δίπλα στο πτώμα βρίσκονταν .pdf και e-mails μεταξύ του πτώματος, της ασπρομάλλας και της Οστρογότθας;
Θα το έπαιζε κι άλλος τεθλιμμένη χήρα και σωτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Χώρας;
Κι αν έτρωγε σφαίρα κι ο άλλος Πηλιογούσης;
Κι αν έπεφτε από το δεκατάχυτο κι ο νέος σωτήρας – αντικαταστάτης του πρώτου σωτήρα;
Ο  τ ρ ί τ ο ς  σωτήρας τι θα έκανε;
Θα έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης;
Θα έβγαινε και τρίτος σωτήρας – φαν της αναρρίχησης;
Τα ύψη ζαλίζουν.
Μηνά σκεφτόταν κι ο τρίτος ότι μπορεί να πέσει από το γκρεμό;

Τέλος πάντων, αυτά τα ατυχήματα έχω ακούσει ότι τα κάνουν κάτι κολλημένες με την εθνικοφροσύνη μυστικές υπηρεσίες – και δεν έχω δει καμιά μυστική υπηρεσία στην Ελλάδα να δρα με γνώμονα το εθνικό συμφέρον (από τον καιρό της Ιλιάδας κι εντεύθεν δηλαδή, όχι από παλιότερα).
Επανέρχομαι, συγγνώμη, μιλούσα μόνος μου.

Θέλουμε γου. Ναι. Θέλουμε, όχι απαξίωση των τεκταινομένων, αλλά σαφή προσανατολισμό προς τα μπροστά.
Θέλουμε ιδιωτική παραγωγή.

Ό χ ι  ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, ιδιωτική παραγωγή.

Και θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου.
Το «κάπου» δεν είναι αόριστος έννοια, κύριοι.
Το «κάπου» είναι το σπίτι μας.
Έχουμε φίλους σε ζόρια, σοβαρά ζόρια. Πρέπει να το δούμε αυτό.
Είμαστε ακόμη βολεμένοι εμείς; Οι διπλανοί πάλι, όχι.
Πρέπει να κοιτάξουμε τους διπλανούς μας, για να δούμε υπό ορθή γωνία το μέλλον.

Ο Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας, την περίφημη ρήση του οποίου δανείστηκα για τις ανάγκες του παρόντος, δεν ήταν η καλύτερη – αλλά ούτε και η χειρότερη  - μορφή της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σαν Αυτοκρατορία, αντιλαμβάνεστε, υπήρχε πολύ σκουπίδι, ίσως ανάλογο και αντίστοιχο της δόξας της Ρώμης. Κάτι σαν Ελλάδα του 2013 – χωρίς τη δόξα.
Εχθρός της Ρώμης η Καρχηδόνα, επίσης μεγάλη δύναμη της εποχής.
«Πριν από ο,τιδήποτε άλλο, ζητώ (από τη Σύγκλητο) να εγκρίνει την κήρυξη πολέμου, ώστε να καταστραφεί η Καρχηδόνα», έλεγε σε ελεύθερη μετάφραση σε κάθε λόγο που απηύθηνε στο Σώμα των Συγκλητικών ο Κικέρωνας. Έβλεπε ότι, με την Καρχηδόνα απέναντι, περισσότερη δόξα για τη Ρώμη δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί.
Σήμερα, η δόξα έχει πάει στράφι. Μένει η ανάκαμψη. Δεν είναι δόξα αυτή;
Θέλουμε – χρειάζεται – να γυρίσουμε τα ρολόγια πέντε χρόνια πίσω.
Πρέπει να το θέλουμε.
Και θα γίνει. Αλλά θέλει δουλειά. Και τη θέλει τώρα. Από όλους.

Θέλουμε μέλλον; Πρέπει να φτιάξουμε το μέλλον.
Υπάρχει άλλο μέλλον από το 2008;
Πίσω στο μέλλον – γίνεται;
Για θυμηθείτε πώς ήταν, για να δείτε αν γίνεται.
Για να δείτε, αν αξίζει να προσπαθήσετε.
Για να το δούμε μαζί.


Κι ας προσπαθήσουμε.

του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

New Year’s Resolutions Reloaded (pt.III – Praeterea censeo Carthago delenda est.)


Κάπως έτσι φτάσαμε και στο ζουμί: Καλή και η Ιστορία, αλλά τι να την κάνεις, άμα δεν έχεις να φας; Primum vivere, deinde philosophare, πρώτα να ζεις, έπειτα να φιλοσοφείς,  σωστά;
            Για να ξαναπάρουμε τα δεδομένα:
Α) Αυτό που ζούμε,  δ ε ν  είναι καπιταλισμός.
Βου) Αυτό που ζούμε  δ ε ν πρόκειται να τελειώσει από μόνο του.
Γου και φαρμακερό)  Δ ε ν υπάρχουν τα όπλα, να τα πάρουμε και να βγούμε στο καραούλι, δ ε ν  ζει ανάμεσά μας ο Ηρακλής να ξεβρωμίσει του Αυγεία το μαγαζί,  δ ε ν  βλέπω να αποφασίζει ο σωτήρας να το πάρει πάνω του.
Άντε, να τα πάρουμε.
Επί του α.
Κι αν δεν είναι καπιταλισμός, τι είναι; Λοιπόν, λέγεται υβρίδιο. Συμπεριλαμβάνει τα κακά χαρακτηριστικά του γερολαδά εμπόρου (αγοράζω φτηνά, πάμφθηνα - πουλάω με κέρδος 2000% και γκρινιάζω κιόλας), του σταλινικοφασίστα γερμανοκομμουνιστή (εγώ θα πω τι θα γίνει – κι άμα κουνηθείς στην άναψα – βλέπε Δένδιας) και του σοσιαλιστή (θα σου λέω «θα» κι εσύ θα ελπίζεις ΦωτοΜπένυ, όπως φωτοφίνις).
Επί του βου.
Όσο υπάρχει ελπίδα (το «θα» του σοσιαλιστή), την έχουμε βαμμένη – κανονικά. Ο φασίστας θα εξαϋλωθεί, δώδεκα δευτερόλεπτα, αφ’ ότου η Χώρα ανακάμψει. Οι άνθρωποι έχουν ταλέντο και εμπειρία στο να αλλάζουν κάδρα από τον τοίχο της σαλοτραπεζαρίας – Κοκός, Κωνσταντίνος, Γεώργιος, Στυλιανός, Δημήτρης, και μετά Αντρέας, Κωνσταντίνος, Κωστάκης, Ελιάς, γκαπ, Αντωνάκης και ούτω καθ’ εξής. Στο τέλος και Αλέκα θα έβαζε.
Κάθε μέρα που περνάει όμως, ο ήλιος έρχεται όλο και πιο κάθετα προς την επιφάνεια της Πατρίδος. Και όλοι λέμε, «πέρασε ο ρημάδης ο χειμώνας», και ξεχνάμε ότι οι πόλεμοι γίνονται καλοκαίρι – το ‘λεγε και ο έρμος ο Θουκυδίδης. Η ελπίδα είναι αυτή που κάνει τη ζημιά. Σου λέει ο άλλος: «άστο, λίγο ακόμη, πού θα πάει, θα περάσει, καλοκαίρι έρχεται, κάτι θα γίνει». Είναι όμως αλήθεια έτσι; Είναι δυνατόν να πει ο πλούσιος  - από μόνος του – «ας δώσω κάτι και στα φτωχά, τα ορφανά και τις χήρες; Δύσκολο δεν είναι; Κι άντε και το είπε. Τι θα συμβεί που το είπες Θα το κάνει κιόλας; Θα μοιραστεί τους χιτώνες; Αν είναι έτσι, γιατί δε συνέβη ως τώρα;
Επί του γου.
(Άσχετο: Πώς ζούσαμε έως και την gap-οφράδα του Καστελλόριζου;
Τι θα συνέβαινε, αν είχε πέσει από το ποδήλατο ο μοντέρνος Πηλιογούσης, μία ώρα πριν βγει στα κανάλια, να μας ανακοινώσει το μέλλον που σήμερα ζούμε;
Τι θα συνέβαινε αν είχε φάει μια σφαίρα στο Δόξα Πατρί ο Πηλιογούσης, μία ώρα πριν δείξει το μονοπάτι στους Τουρκαλβανούς;
Θα ‘βγαινε ο Μπένυ να το πει;
Γιατί, θα ‘βγαζε κι άλλο Πηλιογούση το Σούλι;
Κι άντε κι έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης.
Θα είχε την ίδια ευκαιρία, αν απάνω στο πτώμα είχαν βρεθεί χαρτιά που να αποδείκνυαν ότι πήγαινε να προδώσει;
Θα είχε την ίδια ευκαιρία ο  - όποιος – αντικαταστάστης του "έπεσε-από-το-ποδήλατο-και-ψόφησε" γκαπ, αν στο λαπτόπ δίπλα στο πτώμα βρίσκονταν .pdf και e-mails μεταξύ του πτώματος, της ασπρομάλλας και της Οστρογότθας;
Θα το έπαιζε κι άλλος τεθλιμμένη χήρα και σωτήρας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Χώρας;
Κι αν έτρωγε σφαίρα κι ο άλλος Πηλιογούσης;
Κι αν έπεφτε από το δεκατάχυτο κι ο νέος σωτήρας – αντικαταστάτης του πρώτου σωτήρα;
Ο  τ ρ ί τ ο ς  σωτήρας τι θα έκανε;
Θα έβγαινε κι άλλος Πηλιογούσης;
Θα έβγαινε και τρίτος σωτήρας – φαν της αναρρίχησης;
Τα ύψη ζαλίζουν.
Μηνά σκεφτόταν κι ο τρίτος ότι μπορεί να πέσει από το γκρεμό;
            Τέλος πάντων, αυτά τα ατυχήματα έχω ακούσει ότι τα κάνουν κάτι κολλημένες με την εθνικοφροσύνη μυστικές υπηρεσίες – και δεν έχω δει καμιά μυστική υπηρεσία στην Ελλάδα να δρα με γνώμονα το εθνικό συμφέρον (από τον καιρό της Ιλιάδας κι εντεύθεν δηλαδή, όχι από παλιότερα).
Επανέρχομαι, συγγνώμη, μιλούσα μόνος μου.

Θέλουμε γου. Ναι. Θέλουμε, όχι απαξίωση των τεκταινομένων, αλλά σαφή προσανατολισμό προς τα μπροστά.
Θέλουμε ιδιωτική παραγωγή.
Όχι ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, ιδιωτική παραγωγή.

Και θέλουμε να ξεκινήσουμε από κάπου.
Το «κάπου» δεν είναι αόριστος έννοια, κύριοι.
Το «κάπου» είναι το σπίτι μας.
Έχουμε φίλους σε ζόρια, σοβαρά ζόρια. Πρέπει να το δούμε αυτό.
Είμαστε ακόμη βολεμένοι εμείς; Οι διπλανοί πάλι, όχι.
Πρέπει να κοιτάξουμε τους διπλανούς μας, για να δούμε υπό ορθή γωνία το μέλλον.

Ο Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός, ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας, την περίφημη ρήση του οποίου δανείστηκα για τις ανάγκες του παρόντος, δεν ήταν η καλύτερη – αλλά ούτε και η χειρότερη  - μορφή της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Σαν Αυτοκρατορία, αντιλαμβάνεστε, υπήρχε πολύ σκουπίδι, ίσως ανάλογο και αντίστοιχο της δόξας της Ρώμης. Κάτι σαν Ελλάδα του 2013 – χωρίς τη δόξα.
Εχθρός της Ρώμης η Καρχηδόνα, επίσης μεγάλη δύναμη της εποχής.
«Πριν από ο,τιδήποτε άλλο, ζητώ (από τη Σύγκλητο) να εγκρίνει την κήρυξη πολέμου, ώστε να καταστραφεί η Καρχηδόνα», έλεγε σε ελεύθερη μετάφραση σε κάθε λόγο που απηύθηνε στο Σώμα των Συγκλητικών ο Κικέρωνας. Έβλεπε ότι, με την Καρχηδόνα απέναντι, περισσότερη δόξα για τη Ρώμη δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί.
Σήμερα, η δόξα έχει πάει στράφι. Μένει η ανάκαμψη. Δεν είναι δόξα αυτή;
Θέλουμε – χρειάζεται – να γυρίσουμε τα ρολόγια πέντε χρόνια πίσω.
Πρέπει να το θέλουμε.
Και θα γίνει. Αλλά θέλει δουλειά. Και τη θέλει τώρα. Από όλους.

Θέλουμε μέλλον; Πρέπει να φτιάξουμε το μέλλον.
Υπάρχει άλλο μέλλον από το 2008;
Πίσω στο μέλλον – γίνεται;
Για θυμηθείτε πώς ήταν, για να δείτε αν γίνεται.
Για να δείτε, αν αξίζει να προσπαθήσετε.
Για να το δούμε μαζί.
Κι ας προσπαθήσουμε.





Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Προσπαθώ.



Να καταλάβω.
Να επιλύσω.
Να τροποποιήσω.
Να μεταφέρω.

Αλλά δε γίνεται.
Αντιμετωπίζω τοίχους άρνησης.
Κινούμαι ανάμεσα σε κενά λογικής.
Προσδοκώ από τους αμετανόητους.

Τι πρέπει, στ’ αλήθεια, να κάνω;
Πρέπει να μιλάω με μικρές προτάσεις;
Πρέπει να μη χρησιμοποιώ δύσκολες λέξεις;
Πρέπει να φέρω το χρόνο πίσω;

Ίσως αυτό να ‘ναι. Να φέρω το χρόνο πίσω.
Να γυρίσουν όλα στα σατέν και τα στολίδια.
Μα δε γίνεται.
Γίνεται;

Εξαρτάται από μένα;
Εξαρτάται από πολλούς σαν κι εμένα;
Υπάρχουν πολλοί σαν κι εμένα;
Πού είναι αυτοί οι πολλοί;
Γιατί δεν τους αναγνωρίζω στην καθημερινή μου βόλτα;

Πού είναι αυτοί που ήταν σαν κι εμένα;
Πού είμαι εγώ, που ήμουν σαν κι αυτούς;
Ήμουν σαν κι αυτούς;
Άλλα λέει η πραγματικότητα.

Κι αν εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς, κι εκείνοι δεν είναι σαν κι εμένα;
Εγώ είμαι μόνος, ή εκείνοι  - όλοι μαζί – γεμάτοι μοναξιά;

Θα λυθεί;
Θα λυθεί για μένα;
Θα λυθεί γι’ αυτούς;
Μπορεί να λυθεί για όλους ταυτόχρονα;

Αν δε γίνει, εγώ προσπάθησα.
Να το θυμάμαι.
Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 31 Μαρτίου 2013

Ώρα πολέμου.


Ελάχιστη προθεσμία μου δίνει ο χρόνος, πριν θεωρηθεί ότι γράφω αστεία πρωταπριλιάτικα. Και πάλι, ίσως αστείο θεωρηθεί. Αλλά, συγχωρέστε με, έμπνευση δεν έχω, οπότε ας φύγει ο μήνας, όπως μπήκε. Μουντά.
            Δεν κάναμε τίποτε όλον αυτόν τον καιρό. Αφεθήκαμε στη λογική της επόμενης μέρας, ακόμη ακόμη και στη σκέψη ότι κάποιος άλλος θα κάνει αυτό που πρέπει  - και όλοι το ξέρουμε, τι πρέπει.
Την τύφλα μας ξέρουμε. Αναπαράγουμε ειδήσεις, αυτό μόνο ξέρουμε πλέον να κάνουμε. Αφήνουμε το τροπάρι να εξελιχθεί και εμείς κυνηγάμε χίμαιρες.
Έχει γίνει και αυτή η στροφή που πολύ τα έχει μπερδέψει όλα. Είναι και τα δικά μας γερόντια που προσπαθούν να αποδείξουν με όρους του ’80 τις πραγματικότητες του 2013, είναι θέμα.
Ξέρετε τι; Εν έτει 2013 παρουσιαζόμαστε να είμαστε μόνο το 27% του ελληνικού πληθυσμού των ψηφοφόρων. Έχουμε απέναντί μας το 73%. Δε σας κάνει εντύπωση, φίλοι; Δεν προβληματίζεστε που δεν αλλάζει αυτό; Είναι δυνατόν να ισχύει;
Έγραψε ο καλός φίλος, ο Κώστας, κάτι πάνω σε αυτό, το αναφέρω αυτούσιο, μπείτε στον κόπο, σας παρακαλώ, να το διαβάσετε.
Αλλά εμένα δε με καίει μόνον αυτό. Με προβληματίζει περισσότερο το ότι, όσοι κι αν είναι, είναι ακόμη απέναντι. Κάνουμε κάτι λάθος, βρε παιδί μου; Κάτι πέρα και έπειτα από αυτό το φαύλο κύκλο ασυνεννοησίας και αναβλητικότητας; Ή μήπως είναι αυτό το μόνο πρόβλημα; Γιατί, αν είναι αυτό, τότε μόνον αυτό πρέπει να διορθώσουμε. 
Εγώ αυτό νομίζω ότι είναι. Δε διανοούμαι ότι το 73% του ελληνικού λαού έχει άποψη αντίστοιχη με της κυβερνητικής πολιτικής. Δε χωράει ο νους μου ότι υπάρχει τόση κουταμάρα, αφού υπάρχει τόσο περισσότερη πείνα. Και δεν πιστεύω ότι υπάρχει ακόμη ξύγκι σε όλους αυτούς τους φαινομενικά μουγκούς, τους φαινομενικά κουφούς, τους φαινομενικά τυφλούς. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι – μην το ξεχνάμε αυτό – που, τρία τέσσερα μόλις χρόνια πριν, συναντούσαμε στις γιορτές και στις εξόδους μας. Τώρα ούτε εκείνοι, ούτε εμείς βγαίνουμε έξω, για να δούμε ότι παραμένουμε οι ίδιοι άνθρωποι. Δεν έγιναν αριστεροί, όχι. Γιατί, εμείς γίναμε; Γιατί, εμείς ήμασταν; Ειλικρινά τώρα, πίστευε κανείς – έξω από το 3%  - ότι θα ερχόταν μέρα που να υπάρχει διψήφιο νούμερο στο Συνασπισμό;
Μήπως αυτό είναι και το πρόβλημα; Μήπως το 3% φοβίζει το 73% σχετικά με τις προθέσεις, τις δυνατότητες και – κυρίως – τη μελλοντική του στάση; Γιατί, διαφορετικά, ο ΣΥΡΙΖΑ έπρεπε να αγγίζει το 73%. Σήμερα, τώρα. Από τη μια οι φραγκάτοι, τα λαμόγια και τα σκυλιά τους, κι από την άλλη ο Έλληνας. Έτσι δεν είναι η κανονική αντιστοιχία;
Θα προτείνω κάτι. Γίνεται να μιλήσει μόνον ο Αλέξης, εκ μέρους όλων; Γίνεται να ακούσουμε τη δική του και μόνο φωνή, χωρίς εκπροσώπους, χωρίς αντ’ αυτού, χωρίς παράθυρα εκφραστών; Αν γίνεται αυτό, θέλω να προτείνω και κάτι άλλο: Γίνεται να πληρωθούν όλοι οι όροι της ομιλίας αυτής; Υπάρχει ένα σαφές διασπαστικό κέντρο θέσεων – απόψεων και ενδιαφερόντων. Είναι η λεγόμενη πολυφωνία. Σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα, αυτό είναι το μόνο ζητούμενο. Έχουμε Δημοκρατία και δεν το κατάλαβα; Δεν έχουμε, π’ ανάθεμά την. Και γι’ αυτό το λόγο, σκόπιμο είναι ο Αλέξης – και μόνο – να αναφερθεί με τη φωνή του λαού, σχετικά με όσα απασχολούν το λαό. Τι θέλει αυτός ο λαός; Να μάθει πότε πέθανε ο τάδε, ο δείνα, ο εξαίρετος αγωνιστής του ’44-’49; Είναι δυνατόν να καθόμαστε να αναμασάμε άχρηστη ιστορική γνώση, όταν αυτό είναι αδύνατον να είχε θέση στις ζωές του λαού πριν μόλις 4 χρόνια; Είναι δυνατόν να συζητάμε και να αναμασάμε έννοιες όπως «αλληλεγγύη», «αντιρατσισμός», «αντιφασισμός», οι οποίες δεν ενδιαφέρουν, δεν αφορούν, δεν αγγίζουν τον αγράμματο, το φτωχό, τον πτωχό, το πρεζόνι, τον αγρότη, τον απολυμένο υπαλληλάκο; Προς Θεού, μην παρεξηγηθώ! Είναι όλα σημαντικά, σημαντικότατα! Αλλά: τους αφορούν όλους; Ξέρουν όλοι για τι πράγμα μιλάει καθένας; Ποιος από εσάς που διαβάζετε (ελπίζω) αυτή τη στιγμή το παρόν, έχετε ιδέα για το ντανταϊσμό; Ποιος για το κίνημα της garage μουσικής; Ποιος για τα Δεκεμβριανά; Ποιος για τη μαζική εξόντωση των φαλαινών από τους Ιάπωνες; Ποιος για το Κοζλοντούι; 
Μην εξεγείρεστε ακόμη. Μη λέτε: «τι λέει αυτός;» Σκεφτείτε το: μπήκαμε στη λογική των αναπαραγωγών του ίντερνετ και νιώθουμε σπουδαίοι που βρήκαμε την είδηση, το νέο, το παλιό. Αφορά αυτό κανέναν; Μπορεί. Αν όμως όχι, χάσαμε τη μπάλα. Και η μπάλα είναι το θέμα. Η αλλαγή πολιτικού σκηνικού. Όχι οι ονειρώξεις περί μιας μεγάλης κοινωνικής ανατροπής, της κρίσης μεσούσης και των ανθρώπων εξαθλιωμένων. Όλα έχουν τη σειρά τους. Μπορούμε κατ’ αρχήν να πείσουμε τον κόσμο ότι δεν είμαστε οι αιθεροβάμονες επικίνδυνοι ανεύθυνοι που ισχυρίζεται ο Δένδιας και ο Κεδίκογλου; Πρέπει να κοπιάσουμε γιαυτό. Γιαυτό, όχι για τα άλλα. Και δε χρειαζόμαστε ΠΑΣΟΚους να μας βάλουν στο πνεύμα. Ο λαός θέλει να ξεφύγει από αυτή τη ντροπή. Δεν είναι δυνατόν να βλέπει παλιούς ντενεκέδες, καλαφατισμένους και βαμμένους κόκκινους.  Ούτε να ακούει τον κάθε εξηντάρη να εξηγεί γιατί απέτυχε είκοσι χρόνια τώρα. Μην τους κάνουμε να μας μέμφονται. Να τους πείσουμε, θέλουμε, ότι εμείς είμαστε η λύση. Γιατί εμείς είμαστε η λύση. Εμείς είμαστε ο ΣΥΡΙΖΑ. 
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Η (ν)τροπή των πραγμάτων - Κάνε με Αριστερό *





Ο Νίκος, ετών 78, συνταξιούχος του ΟΤΕ του Τόμπρα, κατόρθωσε να κρυφτεί από τους πρασινοφρουρούς, όταν έπρεπε, αφού υπηρέτησε ευδοκίμως στα ΕΑΤ – ΕΣΑ τη χρυσή εποχή. Σήμερα χαζεύει, αφού καβάτζωσε εφάπαξ παχυλό και κομπόδεμα από τη σχωρεμένη τη γυναίκα του, κόρη ΧΙτη, στις καλές εποχές.

Ο Γιώργος, δυο χρόνια μικρότερος, επίσης συνταξιούχος, της Τράπεζας Κρήτης, παλιός δηλωμένος «αναρχικός τραπεζίτης» - του άρεσε πολύ το βιβλίο του Φερνάντο Πεσόα και κράτησε τον τίτλο για τον εαυτό του.

Ο Γιώργος είχε φάει κάτι ψιλές σε ένα Τμήμα, σε κάτι προληπτικές προσαγωγές, μια φορά κι έναν καιρό. Όταν ξαναείδε το Νίκο στο γκισέ του ΟΤΕ, δέκα χρόνια μετά, τον αναγνώρισε άμεσα, αλλά δεν τον κάρφωσε για χουντικό, κι έτσι γεννήθηκε η φιλία τους. Κουμπάριασαν κιόλας. 
Σήμερα κάνουν τη συνηθισμένη τους βολτίτσα στα παλιά λημέρια. Είχαν καιρό να σταθούν εκεί. Η κουβέντα έχει φουντώσει, οι παλιόφιλοι τα λένε. 
Τους κάνει χάζι  μια γαλαρία από φρικιά, κάτι ξεπεσμένα οροθετικά τραβέλια, δυο αλβανοί εργολάβοι με το συνεργείο τους των πακιστανών, ένας εν ενεργεία ασφαλίτης που το παίζει ανήξερος, ο περιπτεράς,  κι εμείς οι δυο οι φίλοι. 
   
Άκου να δεις τι μαθαίνει ο άνθρωπος….

Πηγαδάκι Πλατείας Ομονοίας
δωδεκάμιση το μεσημέρι, Μάρτης 2013)
           
(Νίκος – συνεχίζει από κει που άρχισε): Τι λε’, ρε, είσαι σοβαρός; Ο Αντώνης δοσίλογος, ρε καραγκιόζη; Πας καλά; Δε λε’, ρε, που ξεβρώμισε ο τόπος και μπορούμε να καθόμαστε εδώ που καθόμασταν και το ’68;

(Γιώργος – ομορφαίνει τη συζήτηση με κοσμητικά) Ναι, ρε ηλίθιε ξεκούτη, αλλά καθόμαστε επειδή ο κόσμος που θα καθόταν εδώ βρίσκεται στο σπίτι του, πεινασμένος, μέσα στο κρύο! Πού να ξεμυτίσει κανείς;;

(Ν) Και τι ανάγκη έχει να ξεμυτίσει δηλαδής; Σπίτι δεν έχει; Να κάτσει με τη γυναικούλα του και τα παιδάκια του, δίπλα στο τζάκι, να μη γυρνάει με τις ξετσίπωτες τις αλλοδαπές που κλείνουν τα σπίτια του κοσμάκη!

(Γ) Α, αυτό, ναι! Στο τζάκι – μάλλον τη φουφού εννοείς, γιατί τζάκια η Αθήνα δεν έχει από το ’80. Εκτός κι αν εννοείς τις βίλες της Εκάλης.  

(Ν) Ναι, καλά, εσύ αλλού το πας πάλι! Τι να σου πω, μια ζωή αντιδραστικός ήσουνα! Πετρέλαια έχουμε, χρυσάφι έχουμε, αέριο έχουμε, όλα τα έχουμε! Αλλά εσύ, με τις βλακείες για τα εργασιακά δικαιώματα που μου τσαμπουνάς, πάμε στην κατάντια και τη μιζέρια των αριστερών και των κουκουέδων. Εδώ ο κοσμάκης δεν έχει να φάει από τις κλεψιές του Παπαντρέου. Τι να έκανε κι ο μαύρος ο Αντώνης; Φτηνή δουλειά, αλλά δουλειά. Τι, να μας τα παίρνανε οι Αλβανοί και τα πακιστάνια και οι αραπάδες; Έτσι ήσασταν πάντα εσείς οι αριστεροί, τεμπελίκι, αραξό και ιδέες και φούμαρα. Δουλειά, κύριε, δως μου δουλειά! Έχεις δουλειά; Όχι, γιατί τη δουλειά τη δίνει το αφεντικό! Και το αφεντικό δεν είναι μαλάκας, να σε πληρώνει χιλιάρικα, να κάθεσαι! Το αφεντικό θέλει απόδοση, έχει απαιτήσεις. Κι εσύ θέλεις ο Αντώνης να σώσει τον κόσμο σε πέντε μήνες. Δεν είσαι καλά! Ρε, αν ήμουν εγώ ο Αντώνης, τα ίδια κι απαράλλαχτα θα τα έκανα τα πράγματα!

(Γ) Αυτό φοβάμαι, βρε γεροδιάολε! Ότι ακόμη υπάρχουν πολλοί σαν κι εσένα!!

(Ν) Τι εννοείς «φοβάσαι»; Γιατί, είμαστε λίγοι; Είναι λίγοι σαν κι εμένα; Το 73% είμαστε. Μέτρα τα κουκιά! Πόσα πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ σου; 27%. Πόσα μένουν; 73. Σκάσε λοιπόν, που θα μου πεις κι ότι φοβάσαι. Οι πολλοί, κύριε, κάνουν τη Δημοκρατία, οι πολλοί. Όχι μια χούφτα τάχαμ’ αριστεροί – της πλάκας δηλαδή, ίδιοι με το Φωτάκο. Αφού μέχρι χτες τρωγοπίνανε μαζί. Σήμερα νομίζεις ότι τα χαλάσανε;  Φούμαρα, αν θες να ξες. Φούμαρα αρωματισμένα. Τάχαμ’ έγινε πιο αριστερός από το Φωτάκο ο τύπος, που κάθε φορά που πάτε να ανέβετε λιγάκι, αμέσως κάνει δήλωση: «δεν είμαστε έτοιμοι, δεν είμαστε έτοιμοι!!». Ή ο Αλέξης, ο μεγάλος ηγέτης: «Πάω διακοπές, όταν γυρίσω, να έχετε στρώσει το αγωνιστικό τραπέζι». Άσε μας, ρε Γιωργάκη τώρα! Και μην κοιτάς που σας έτυχε καλός και πράος άνθρωπος, αυτός ο Δένδιας. Άμα ήταν κανάς σκληρός, θα σου έλεγα εγώ, που πετάγεστε σαν τις πορδές, χωρίς φυσική ηγεσία να σας στηρίξει έμπρακτα. Ρε, θα είχατε φάει το ξύλο της αρκούδας και θα λέγατε κι ευχαριστώ που δε φάγατε κι άλλες.

(Γ) Τι εννοείς, ρε γεροξούρα, πράος; Για ποιον μιλάς; Για τον σκούπα, όπου τον παίρνει, στα φτωχαδάκια και τις γριές; Ρε αυτόν θα μπορούσες να τον έχεις διοικητή, άντε να μην πω πού. Έχε χάρη που δεν έχω πια τα νιάτα που χρειάζονται κι εγώ, αλλιώς το μυαλό το έχω, να τον έκανα να χεστεί πάνω του. Αλλά τα σημερινά κωλόπαιδα, όλο ίντερνετ και καναπέ μου είναι. Ούτε μυαλό να κάνουν την ανατροπή. Γιατί ο τόπος χρειάζεται ανατροπή, παλιόγερε, κατάλαβες; Ανατροπή και ρήξη με το κατεστημένο, με τους κλέφτες και τους δοσίλογους. Και ψέματα είπες προηγουμένως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μόνο 27%. Άμα είχαν ψηφίσει και όσοι κάτσανε σπίτια τους, 45% θα είχαμε τώρα, κατάλαβες;

(Ν) Κοίτα τον που ξεσπάθωσε, ο αριστερός μέσα του!! Φάε έναν αναρχικό τραπεζίτη, που θέλει τα «κωλόπαιδα» να του βγάλουν το φίδι από την τρύπα, κι αυτός να κάαααθεται!! Ναι, ρε, ιδεολογικέ καθοδηγητή, δώσε εσύ τις εντολές από τον καναπέ σου και τα κωλόπαιδα θα τρέξουν για τη ρήξη. Ξέρεις κάτι; Σε λυπάμαι. Νομίζεις ότι με το τάχαμ’ αριστερό προφιλάκι, θα κάνεις τα παιδιά της νέας γενιάς να σε πιστέψουν. Είσαι γελασμένος, ρεεε! Τα παιδιά θέλουν παράδειγμα. Να δουν μπροστάρη, για να ακολουθήσουν! Και, για δείξε μου έναν αριστερό να τους δίνει δουλειά! Για δείξε μου έναν αριστερό να εκμεταλλεύεται το αστικό σύστημα! Ο κομμουνισμός πέθανε 23 χρόνια πριν. Για δείξε μου ένα ΣΥΡΙΖΑίο να ασχολείται πραγματικά με αυτό που θέλουν. Κάτι τελειωμένοι του 3%, είδαν φως και μπήκε ο κόσμος για τη ρήξη και είδε κάτι ραμολιμέντα που προσπαθούν να αποδείξουν ότι μόνο με έναν Αλέξη έγιναν, όχι οι αποτυχημένοι του 3% μιας εικοσαετίας, αλλά οι σούπερ ειδήμονες της λύσης που αναζητά ο τόπος. Λοιπόν, σου έχω νέα! Ο κόσμος δε σας ψήφισε για να το παίζετε κοινοβουλευτική αντιπολίτευση νομιμοφροσύνης, σας έδωσε αυτά τα ποσοστά, για να του φέρετε λύση. Κι εσείς παίζετε με τις περιστρεφόμενες καρέκλες της Βουλής, στηλιτεύοντας τον ετσιθελισμό της κυβερνήσεως και ακολουθώντας από πίσω. Ξέρεις στ’ αλήθεια τι θα περίμενα από σας; Να νιώσετε κάτι, ρε. Και να πείτε κάτι, ρε!

(Γ) Και τι να πούμε, ρε Νίκο, τι;;;

(Ν) Να πείτε:
«Ντροπή μας να έχουμε μείνει στα λόγια περί αντίστασης και ανατροπής συμπληρώνοντας τη λίστα της ασυνέπειας λόγων και έργων που γράφεται επί χρόνια.
Ντροπή μας να σιωπούμε μπροστά στην απραξία, αντί να κραυγάζουμε ταράζοντας τη σιωπή.
Ντροπή μας να κατηγορούμε τους άλλους για αδράνεια, περιμένοντας έτσι να τους ενεργοποιήσουμε για να δράσουν για λογαριασμό μας.
Ντροπή μας να μένουμε άπραγοι μπροστά σε φαινόμενα διαφθοράς, ενώ ευαγγελιζόμαστε την κάθαρση.
Ντροπή μας να παρεισφρύουν τα ΠΑΣΟΚια του Γκαπ και του Σημίτη και του Μπένη και της Λούκας και να τους αφήνουμε να αλωνίζουν για πέντε ψωροκουκιά.
Ντροπή μας να δεχόμαστε τα ευεργετήματα της νέας μας θέσης, ενώ πριν τα καταδικάζαμε.
Ντροπή μας που, κάθε μέρα που περνά, γινόμαστε όλο και περισσότερο αυτό που πριν λέγαμε ότι δεν είμαστε.
Ντροπή μας να φιλάμε τις ποδιές που πριν κατουρούσαμε.
Ντροπή μας να συμβιβαζόμαστε με τα ασυμβίβαστα.
Ντροπή μας που φοβόμαστε αυτούς που θα έπρεπε να μας φοβούνται.
Ντροπή μας που μιλάμε για την ελπίδα, αντί να  ε ί μ α σ τ ε   η ελπίδα.
Ντροπή μας να δεχόμαστε o Ολύμπιος Θεός της Φιλοξενίας να χαρακτηρίζει αστυνομικές επιχειρήσεις κάθαρσης.
Ντροπή μας η Ολύμπια Θέα της Σοφίας να συμμετέχει στη διάλυση της ανώτατης παιδείας.
Ντροπή μας να αφήνουμε τον παππού και την γιαγιά μας να αργοπεθαίνουν μειώνοντας σταδιακά τα φάρμακά τους.
Ντροπή μας να βλέπουμε την αγωνία για το μέλλον στα μάτια των μικρών μας παιδιών και να τα ξεγελάμε με τη σοκολάτα της μικρής συσκευασίας.
Ντροπή μας να βλέπουμε τους γονείς μας να περιμένουν τη σειρά τους στην ουρά της εξαθλίωσης και να τους λέμε να μην ανησυχούν, γιατί βρίσκονται προς το τέλος.
Ντροπή μας να βλέπουμε το γείτονά μας στην ουρά των συσσιτίων και να νιώθουμε τυχεροί που το φαΐ μας δεν έχει τελειώσει ακόμη.
Ντροπή μας να αφήνουμε τα παιδιά μας, τους μαθητές μας, τους φοιτητές μας τους νέους μας μόνους απέναντι στο θεριό, να βγάλουν για μια ακόμη φορά το φίδι από την τρύπα.
Ντροπή μας που προσδοκούμε τον ερχομό της άνοιξης για να περάσει ο χειμώνας και δεν φέρνουμε την άνοιξη μέσα στο χειμώνα.
Ντροπή μας που ξεχνάμε.
Ντροπή μας που συγχωρούμε.
Ντροπή μας που σιωπούμε.
Ντροπή μας. Αυτό να πείτε, ρε.
Και να πείτε: Δεν ξεχνώ. Δεν συγχωρώ. Δεν σιωπώ.
Δεν θέλει πολύ η ντροπή των πραγμάτων να μετασχηματιστεί σε τροπή των πραγμάτων.
Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, ρε! Κι εγώ, που έκανα λάθος τόσα χρόνια πριν, ένα φίλο κέρδισα  - και είσαι εσύ αυτός ο φίλος. Κι ένα παιδί έχω βαφτίσει  - κι αυτό είναι το δικό σου παιδί, εσένα που σε έδειρα κάποτε. Κι εσύ δε με κάρφωσες, επειδή ήξερες ότι το έκανα από ανάγκη. Διώξε μου την ανάγκη, ρε φίλε κι αδερφέ και κουμπάρε και συμπατριώτη. Δώσε μου αυτό που θέλω. Αποτίναξέ μου το ζυγό. Κάνε με να νιώσω ότι, για μια φορά στη ζωή μου, δε θα έχω ανάγκη τους εργοδότες, τους πλούσιους και τη φτηνή δουλειά τους. Κάνε με αριστερό, ρε!
Κάνε με αριστερό όμως, όχι κακό δεξιό. Γιατί τέτοιος ξέρω να είμαι καλύτερα από σένα. Και για δεξιό δε σε έχω ανάγκη.
Μου φαίνεται ότι εγώ είμαι o ΣΥΡΙΖΑ….»

Κι ο Νίκος βούρκωσε. Γιατί στα νιάτα του έκανε ένα λάθος, αλλά σήμερα δεν ήθελε πια ούτε Χρυσές Αυγές, ούτε Δένδιες, ούτε Σκουριές, ούτε Μπόμπολες, ούτε τίποτε. Μόνο λύση. Και τη λύση έπρεπε να τη δώσει ο παλιός του φίλος. Με την αριστερά. Όχι με την κακιά γκρίζα δοσιλογική Δεξία που καμία σχέση δεν είχε με την Ελλάδα του.

Και τα φρικιά κοίταξαν με δέος το γέρο. Κι ο ασφαλίτης πήγε να πει στη γυναίκα του ότι θα παραιτηθεί από το Σώμα, να ετοιμάσει βαλίτσες για το χωριό, για τα χτήματα. Οι άλλοι δε μίλησαν, μόνο άρχισαν να σκέπτονται ότι αυτή τη φορά θα ψηφίσουν. Μόνο να ρθει αυτή η φορά. Σύντομα.

*των Κωνσταντίνου Νάκκα & Θάνου Αθανασιάδη

Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Διαχείριση*



Αντί εισαγωγής.
Σκέψεις σκόρπιες κι ανάκατες περνούν από το νου μου. Δύσκολο να τις ταξινομήσω σε γραπτό. Τούτο με κάνει να εκτιμώ περισσότερο τη συγγραφική εργασία. Μόλις προχθές διάβασα στην εισαγωγή ενός απαλλοτριωμένου βιβλίου ότι η Έλλις Πήτερς, αγαπημένη μου παλιά, ουδέποτε παντρεύτηκε, διότι θεωρούσε τη συγγραφή λειτούργημα αποκλειστικής ενασχόλησης. Σπουδαία σκέψη, ειλικρινά έτσι το βλέπω. Αλλά λογίζω και τον ειδικό τούτο αναχωρητισμό ως αντικοινωνική στάση. Παρ’ όλα ταύτα, ό,τι δεν έκανες, μην το κρίνεις, λέει κάποιος. Ακόμη και τώρα δεν ξέρω.

Αντί παρενθέτου.
Διαβάζω και πάλι. Πέρασα μεγάλο χάλι, είχα κολλήσει στην είδηση, το φευγαλέο, στο προσωρινό, στο καίριο και δεν άφηνα τον εαυτό μου να κάνει διανοητική αγρανάπαυση. Τόσο κουτόχορτο μέσα, έπρεπε να το καταλάβω ότι ήταν υποχρεωτικό.

Αντί ανάλυσης.
Μια σκέψη με ταλανίζει ιδιαίτερα τελευταία, πάντως: τι στην ευχή θα πρέπει να συμβεί, για να ξεκουμπιστεί αυτός ο συρφετός από προσώπου ελληνικής γης. Πώς θα πεισθεί, πώς θα μεταπεισθεί, πώς εν ανάγκη θα συρθεί αυτός ο νανόκοσμος των δεξιών ψηφοφόρων στην κατανόηση του αυτονόητου: δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά που συμβαίνουν και να συνεχίζεται η στήριξη από τη βάση προς την κεφαλή. ΠΑ.ΣΟ.Κ.οι σε κατάσταση διεστραμμένης  βουβής μανιοκατάθλιψης, διανοητικά ανάπηροι ΔΗ.ΜΑΡ.ίτες με σύνδρομα εξουσιαστικής μισαλλοδοξίας και εκδικητικής χαφιεδοσύνης, εξαφανισμένοι Κ.Κ.Ε.δες με το όχι στα χείλη κάθε μέρα, πλην της 28ης Οκτωβρίου, πολεμιστές του '40 χρυσαυγίτες, χάος. Κι όλοι αυτοί οι δεξιοί να στηρίζουν την κυβέρνηση του Βισύ, τον αποστάτη του αποστάτη, τον από εικοσαετίας διεγνωσμένο ανίκανο, τον εκδιωχθέντα από τους ομοϊδεάτες του λόγω βλακείας, κακίας και εξυπηρέτησης ξένων συμφερόντων. Πραγματικό χάος, με συνέπειες πείνα, φτώχεια, εξαθλίωση, διασυρμό, χαρά των ανθελλήνων.  Κι όλα αυτά εξαιτίας ενός ηλίθιου συνδρόμου "αντί". Αντίκομμουνιστές κατά μη κομμουνιστών, ο απόλυτος παραλογισμός.

Αντί  πρότασης.
Η διαχείριση του δεξιού δίνει το στίγμα σχετικά με το αν πρόκειται να αναλάβεις τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο δεξιός δε σε βλέπει, δηλαδή δε βλέπει άνθρωπο, βλέπει πιόνι. Ο δεξιός εξ ορισμού προσβλέπει στην υποδούλωση σου, πεθαίνει στα γέλια, όταν του μιλάς για αξίες, ιδανικά και ανθρωπισμό. Κάνει τη δουλειά του; Έχει καλώς. Δεν την κάνει; Πρόβλημα, κι εσύ θα το πληρώσεις. Του δημιουργείς πρόσκομμα; Θα μανιάσει και θα σου πετάξει ό,τι έχει στη διάθεσή του στο κεφάλι. Ο δεξιός δε μασάει. Εχει ΜΑΤ, ΕΚΑΜ, μαντρόσκυλα τυφλά μάλλον, παρά πιστά (η πίστη προϋποθέτει αυτοέλεγχο). Οταν του αντιπαρατίθεσαι στους δρόμους, θα φας ξύλο, είναι δεδομένο. Οταν του αντιπαραθέτεις θεωρητική σκέψη, αδιαφορεί και, είπαμε, πεθαίνει στα γέλια. Κι αν τώρα έχεις ήδη πει "Μα τι λέει ο μαλάκας, αυτά είναι τα μόνα μου όπλα", τότε είσαι σε καλό δρόμο, αφού έχεις διαβάσει ως εδώ. Πάει να πει ότι θέλεις λύση.
Τη λύση δεν τη δίνω εγώ, έχει ήδη δοθεί. Είναι σαν τη μπάλα, όλοι ξέρουν ότι με καμινάδες χάνεις, αλλά, όταν τρως τρία.... παίζεις με καμινάδες. Κακό - και λάθος, σίγουρη ήττα. Λοιπόν, πού μείναμε; Α, ναι, στη λύση. Η πρώτη λέξη της παραγράφου αυτής είναι. Η διαχείριση είναι. Διαχειρίζομαι το δεξιό, σαν πιόνι, επειδή πιόνι είναι, άνθρωπος πάντως δεν είναι. Ξέρω ότι ο δεξιός ενεργεί κρυφά και με τη χρήση χαφιέδων, διασπείρω γελοίες, ψευδείς πληροφορίες, σχετικά με το τι θα κάνω. Με εκθέτει και ... αυτόεκτίθεται. Κλείνω την τηλεόραση. Καταστρέφω,  με αυτόν τον απλό τρόπο, κάθε δίκτυο λαμογιάς, βούρκου, χαφιεδισμού, κατινισμού. Ποιος θα πιστέψει ξανά το σιγουράκι του αφερέγγυου δεξιού μαλάκα που δεν ξέρει τι λέει; Αχρηστεύω το αστυνομικό μέσο καταστολής, απαιτώντας όλα όσα απαιτεί κάθε δεξιό ανθρωπάκι. Τους βάζω να τρέχουν, απειλώντας με Γυάρους, ξερονήσια, Γκατζολία, απόταξη, όταν πρέπει. Είπαμε, δεν είναι και τα πρώτα τζιμάνια, στην εξουσία σκύβουν το κεφάλι.

Αντί θέσης.
Δεξιός στη Γερμανία είναι ο οπαδός της Μέρκελ, φίλος του δεξιού ο τοκογλύφος. Παντού.
Δεξιός εδώ ειναι ο ανθέλληνας φασίστας που υπακούς. Πεινάς, έχεις γινει τρίτος κόσμος, το μαγαζί σου έκλεισε, πας μετανάστης στη Γερμανία. Δε θέλεις να σε λένε μαλάκα δεξιό, πίστεψέ με. Χειρότερα, δε θέλεις να σε λένε κορόιδο δεξιό, κουτοδεξιό.
Άλλαξε, σε παρακαλώ, στάση, οπτική κι αντιμετώπιση. Πριν να είναι αργά για όλους μας.

Αντί επιλόγου.
Επίλογο δεν έχει.
* του Θάνου Αθανασιάδη
Διαβάστε Περισσότερα »