Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Simon says *



Έχω ένα φίλο από τα δώδεκά μου. Ο ένας ανακάλυψε τον άλλο τυχαία, εξαιτίας μιας κασέττας των Pink Floyd. Ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είχαμε πικάπ, οπότε συναντηθήκαμε σε ένα υπόγειο ενός δισκάδικου στη Θήβα, εκεί που είχε τα "ροκ". Σαν να ξεφύτρωσε στο χώρο, ένιωσα ότι ήταν από πάντα εκεί και δεν τον αποχωρίστηκα έκτοτε ποτέ. 

Α! Ο πωλητής ήταν ροκάς και ψαγμένος, μέχρι και τους Police είχε, Μessage in a bottle & Roxanne, και Janis Joplin και Jeff Beck & Eric Clapton, αλλά πούλαγε τα πάντα. 

Θυμάμαι, του είχα ζητήσει και μια άλλη κασέττα που να είχε μέσα "το ska chou chou, τα παπάκια, το γκαζολίν και ροκ". Θήβα, 1980. Το μαγαζί ήταν σοβαρό, στο ισόγειο είχε δημοτικά, βαριά λαϊκά, Στράτο, Στέλιο και Θέμη Αδαμαντίδη. Ακόμη και ο δίσκος του Χάρρυ Κλυν κάτω ήταν. Αλλά ο τύπος ξηγήθηκε και μου έγραψε την κασέττα, όπως τη ζήτησα. Είχα ψωνίσει και από το παζάρι το Am Fenster των City, είχα και τις 16 Χρυσές Αναμνήσεις, τους Beatles ως το Abbey Road είχα και το Tubular Bells του Mike Oldfield, τα είχα όλα για να είμαι ένας αξιοπρεπής δωδεκάχρονος ροκάς κι επαναστάτης της εποχής. Ήταν εκεί δίπλα, στη Studio 54 των Θηβών, η πρώτη μου επαφή με τη διάνοια του ήδη ταξιδευτή David Bowie, από μια οκταφωνική στα 2.000dB και βάλε: κι εκείνος έσβησε τη φωτιά με βενζίνη κι εμένα κάηκαν όλα μέσα μου - κι έπρεπε όλα να τα μάθω κι όλα να τ' ακούσω, για να φτάσω πίσω, στον Tim Buckley, και μπροστά, στο Nick Cave.  
Ένα χρόνο μετά ο Ανδρέας Παπανδρέου θα έσωζε τη χώρα κι έπρεπε να είμαι προετοιμασμένος. 

Ναι, φυσικά ο δίσκος ήταν το The Wall, φυσικά ο φίλος μου κι εγώ τον ακούγαμε περί τις 10 ώρες την ημέρα - και δη τη νύχτα, μέσα στη νύχτα. Από μια παραδοξότητα της τύχης, είχαμε σχολείο απογευματινό, δύο με επτά παρά είκοσι, μετά αγγλικά ως τις εννιά και μετά ήμαστε ελεύθεροι. Φτιάχναμε αεροπλανάκια του Β' Π.Π. σε κλίμακα 1:72, τρώγαμε σε ένα εστιατόριο κοντά στο Σιδηροδρομικό Σταθμό της Θήβας, διαβάζαμε Tα Μυστήρια του Σύμπαντος των Pauwels & Bergier, τα Κατά Συνθήκην Ψεύδη του Μαξ Νορντάου, το Αν του Κίπλινγκ, Το Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου της Άλκης Ζέη, την Εγκυκλοπαίδεια του Κουστώ, παίζαμε ηλεκτρονικά, είχαμε στήσει τραπέζι Subbuteo, κάναμε καράτε, δοκιμάζαμε την αίσθηση του ιλίγγου βγαίνοντας έξω από το μπαλκόνι από το δεύτερο όροφο - χωρίς χέρια, παρακαλώ! - παίζαμε μπάλα και κάναμε ποδήλατο κοντά στα σίδερα του Σταθμού και το βράδυ, αργά, ακούγαμε το Wall, ξανά και ξανά, στροφή τη στροφή, τραγούδι το τραγούδι, Α' πλευρά, Β' πλευρά και ξανά απ' την αρχή. Έλειπαν τραγούδια από την κασέττα, ήταν εξηντάρα και ο δίσκος 81'. Μετά το In the flesh δεν υπήρχε κόσμος, ούτε μουσική. Δεν είχα τσιγκουνευτεί τα χρήματα για την 90άρα, απλά αυτό επέλεξε ο ψαγμένος ροκάς πωλητής δίσκων σε κείνο το υπόγειο, κοντά στα παλιά Δικαστήρια. Ποτέ δε συμπαθήσαμε τα τελευταία κομμάτια, εκείνα που δεν ακούσαμε τότε. Ποτέ δε βιώσαμε τον πλήρη κύκλο: "isn't this where . . . we came in?"

Ο φίλος μου αρέσκετο στη βωμολοχία. Εγώ όχι. 
Ο φίλος μου τα έλεγε έξω απ' τα δόντια. Απευθυνόταν στους ανθρώπους με αντικειμενικότητα, με μηδέν ανεκτικότητα γεμάτος οργή για το ποιόν της ανώφελης ύπαρξής τους. Μηδενιστής κι απαισιόδοξος, κυνικός και είρων, επιθετικός και σαρκαστικός, γνώστης των Ιερών Κειμένων, αντιμουσουλμάνος, αντπαγανιστής, και ο απόλυτος αντίποδας ενός γόνου καλής οικογενείας, με Αρχες και τρόπους, δίχως πολλούς φίλους, με χαμόγελο, το οποίο ανέκαθεν έκρυβε συναισθήματα ποικίλα και διάφορα της παιδιάστικης, δήθεν ευτυχισμένης, καθημερινότητας. "Εσύ είσαι σοβαρός, δε χρειάζεται να λες αστεία", αυτό είχα ακούσει κάποτε από τη διδασκάλισσα μητέρα μου. Αυτό που ήταν ο φίλος μου, αυτό δεν το ήθελε. Αυτό που  ήθελε εκείνη από εμένα, αυτό θα έβλεπε.

Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Το φίλο μου δεν τον λέω ποτέ με τ' όνομά του, έχει επιλέξει να ζει στις σκιές. Όποτε συνομιλούμε, εγώ χρησιμοποιώ το ιδίωμα των νομικών, ένα συνοθύλευμα από όρους, αρχαϊζουσας και καθαρεύουσας μαζί με αγγλικές εκφράσεις, από τις οποίες ποτέ δεν κατόρθωσα να ξεφύγω, εκείνος πάλι μόνο βρίζει. Καμιά φορά θυμόμαστε τα παλιά, τις μέρες της γνωριμίας μας, το πώς κατόρθωσε να με εκτρέψει σε παραβατικά μονοπάτια, οι νομικές  συνέπειες των οποίων έχουν από καιρού παραγραφεί. Συνήθισα, από εκείνο το παλιό αγγλικό παιχνίδι, να τον αποκαλώ Simon.

Δεν ξέρω πια αν το παλιό παιχνίδι και οι κανόνες του έχουν  να κάνουν με τη χρήση που του επιφυλάξαμε στα χρόνια που πέρασαν εμείς οι δυο οι φίλοι. Όπως και το ξυλίκι, οι μπίλιες και ο πόλεμος, έχω πια ξεχάσει. Οι όροι είναι αυτοί που θέσαμε μεταξύ μας και είναι οι εξής: Εγώ αναλύω στο Σάιμον την τρέχουσα πολιτική κατάσταση υπό το δικό μου πρίσμα, εκείνος βρίζει και αντ-αναλύει. Εγώ βγάζω μέσα από τις βωμολοχίες αυτό που με ενδιαφέρει, προκειμένου να εξαρτήσω την επόμενη σκέψη μου από τη σκέψη του επαναστάτη των σκιών φίλου μου. Είμαστε κι οι δυο ευχαριστημένοι με αυτόν τον τρόπο. Ο Σάιμον πληροφορείται τα νέα, χωρίς να ρωτάει κανέναν άλλον, εγώ εκμαιεύω απαντήσεις, τις οποίες κανένας άλλος δε θα μου έδινε χωρίς υπεκφυγές, κρυψίνοιες και δεύτερες σκέψεις.


Τούτη η φορά ήταν, ωστόσο, διαφορετική. Πρώτη φορά συζητήσαμε, μετά την 25η Ιανουαρίου 2015, μετά τις εκλογές, οι οποίες έφεραν το Σύριζα στη θέση του πρώτου στις προτιμήσεις του ελληνικού λαού. Συγκυβέρνηση, αλλά με Συριζαίο Πρωθυπουργό. Είχε περάσει ένας μήνας και η αρχική ενθουσιώδης αντίδραση έχει καταλαγιάσει. Σιώπησα συνειδητά, αναμένων τις εξελίξεις.


Η γέφυρα, το ζητούμενο φέρεται να ήταν και να παραμένει η γέφυρα πάνω από το οικονομικό χάσμα, το οποίο άφησε ο ατάκτως υποχωρήσας. Χάσμα ρευστότητας, κενό διαδοχής. Κι όμως υποτίθεται ότι αντεθνικοί είναι οι Συριζαίοι, εθνικόφρονες οι πρώην συγκυβερνήσαντες. Χάθηκαν, λέει, τρία δις για τη διενέργεια εκλογών.

Τι είχε όμως να πει πάνω σ' αυτά τα δεδομένα ο Σάιμον; Πώς είδε την αλλαγή ρότας; Την είδε πράγματι ως αλλαγή ή δικαιώθηκε εκείνη η παλιά μου φίλη, η οποία είπε ότι τίποτε δε θα σώσει την Ελλάδα;

Παραδόξως τούτη τη φορά, ο Σάιμον δεν είχε πολλά να πει, μάλλον πολλά να βρίσει - τουλάχιστον άμεσα. Έμεινε να ατενίζει το κενό, καθώς ο μονόλογός μου, η ενημέρωση πάνω στα πλήρη και τα κενά, τα σαφή και τα ασαφή σημεία, του φάνηκε πλημμελής και πολλές φορές οι αναφορές και περιγραφές μου τον οδήγησαν να μου ζητήσει περισσότερες εξηγήσεις, γιαυτό και για κείνο και για τ' άλλο. Ιδιαίτερα τον εξίταρε η θεωρία των Παιγνίων, άλλα ζητήματα αιχμής που μνημονεύθηκαν και αναφέρθηκαν ετέθησαν εν σχέσει προς την τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία. Εντύπωση του έκανε το Κράτος του Ισλάμ. Παλιότερα για ένα νύχι ενός αμερικανού ή γάλλου πολίτη θα γινόταν πόλεμος και τώρα με τα κεφάλια παίζουν μπάλα στο Ιράκ, αλλά με τρόπο, με ησυχία, εκτός κι αν μπει γκολ.

Λίγο πολύ σε σας είναι γνωστά αυτά που του μετέφερα στη ροή των ημερών. Δεν είναι σαφή, όσο κι εγώ θα 'θελα, αλλά αυτά είναι. Δε βοήθησε και πολύ η αναφορά μου στα ΜΜΕ της εποχής, αλλά τι να έκανα; Πάντως, είμαι βέβαιος ότι τον άκουσα να μουρμουρίζει την ατάκα του Νικολό "ο πόλεμος αρχίζει όταν θέλεις, αλλά δεν τελειώνει όταν θέλεις", είμαι βέβαιος ότι τον άκουσα να μουρμουρίζει κι όλα τα ρητά και τ' αποφθέγματα του Σουν Τζου, τα οποία μου ήταν κι εμένα γνωστά απ' έξω κι ανακατωτά κάποτε άλλοτε, σαν ήμουν νιος. Ο Σάιμον όμως τα θυμόταν όλα και τα μουρμούριζε, κάθε φορά που κάτι του καθόταν και ταίριαζε σε αυτό που έλεγα. 

Μετά ήρθε η Διαπραγμάτευση. Και πάλι σιωπή. Όχι βαριά, σαν καταχνιά, αλλά λίγες κουβέντες, μετρημένες στα δάχτυλα. Κατάλαβα ότι ο φίλος μου είχε  - μάλλον - βγει από το καβούκι του και παρακολουθούσε (κρυφά από μένα;!) τις εξελίξεις με ενδιαφέρον. Από κάπου πληροφορείτο πράγματα και καταστάσεις, τις οποίες δεν ήταν δυνατόν να ήξερε χωρίς βοήθεια, αλλά σε μένα δεν έλεγε ποιος, πώς, από πού. Τον άφησα στην ησυχία του, ξέροντας ότι πλέον επέκειτο μεγάλη τρικυμία, το άμεσο επόμενο της φουσκοθαλασσιάς και προαπαιτούμενο της μπουνάτσας, αν και με τα βαθιά νερά κανείς ποτέ δεν ξέρει.

Η ανακοίνωση του Δημοψηφίσματος δεν τον ξάφνιασε. "Ο λαουτζίκος έχει ξεχάσει πώς να σκέπτεται, έχει ξεχάσει και πως μπορεί να πάρει τη ζωή του στα χέρια του, τούτο θα είναι καλό ταρακούνημα" μου είπε. "Να δεις που πολλοί τάχα μου πολυπράγμονες θα απέχουν ή θα πουν μαλακίες  γ ι α   ν α  απέχουν διατηρώντας την πολυπραγμοσύνη τους άθικτη, αλλά η ουσία είναι ότι είναι πολύ ανάρχιδοι, για να πουν τι πιστεύουν πως  π ρ έ π ε ι  να γίνει", είπε γλαφυρά.
Ο Σάιμον δυσκολεύτηκε πολύ να αποφασίσει να ξεκινήσει να μιλάει τούτη τη φορά, πράγμα σπάνιο για έναν άνθρωπο γεμάτο πάθη κι εκρήξεις. Έβλεπε κι εμένα προβληματισμένο, νομίζω ότι λίγο με λυπόταν κιόλας - και αυτό ήταν ακόμη πιο σπάνιο. Μια Αρχή είχαμε τηρήσει όλα αυτά τα χρόνια, να είμαστε αμερόληπτοι μεταξύ μας, αμείλικτοι θα 'λεγε κανείς.

Και μετά ήρθε η ανατροπή. Ο Σάιμον είπε πως τελικά ορθή ήταν η σκέψη του να μη μιλήσει, να αναμείνει τις δεύτερες εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, να δει με τα μάτια του τη χώρα υπό καθεστώς ελέγχου κεφαλαίων, να δει δεξιούς στους δρόμους διαμαρτυρόμενους.

"Αξίζει να χαλάσω το βρωμόστομά μου για όλα αυτά;  Καλύτερα να χαζέψω λίγο", ήταν η δικαιολογία του στις επίμονες ερωτήσεις μου και στην απορία μου για τη σιωπή του. 

"Κάτι περιμένεις, αλλά τι;" επέμενα εγώ.
"Δικαίωση ή θάνατο" απάντησε σιβυλλικά ο Σάιμον και δε μίλησε ξανά ως το τέλος του χρόνου.
Μόνο - είμαι σχεδόν βέβαιος - τον άκουσα να μουρμουρίζει "θάνατο καλύτερα, για όλους θάνατο".

Δε θέλω να πιστέψω το Σάιμον.
Δε θέλω να άκουσα σωστά εκείνο το μουρμουρητό.

Στο μυαλό μου ο Σάιμον βρίζει - έβριζε δηλαδή - για να εκτονωθεί. Έκανε το αντίθετο από μένα, συμπληρώνοντάς με. Οι δυο μας υπήρξαμε ένα - και το θέλω πάλι πίσω αυτό. 

Αλλά τώρα θέλω εγώ να βρίζω κι ο Σάιμον σιωπά. Μου στερεί την ανάλυση, μου στερεί τη θυμηδία, μου στερεί τη ζωτικότητα που ανέδιδε η επιθετικότητά του.

Τώρα εγώ περιμένω το θάνατο κι ο Σάιμον δεν έχει τίποτε να φοβάται από αυτόν.

*του Θάνου Αθανασιάδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...