Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Κάιν & Άβελ *


Παράδοξο: Το Δημόσιο Χρέος της Χώρας ανέρχεται αισίως στα 321,9 δις ευρώ (Δελτίο Δημοσίου Χρέους Σεπτέμβριος 2013) και συνεχώς αυξάνεται:
- παρά τις συνεχείς δανειακές συμβάσεις ρύθμισής του,
- παρά το ιστορικό PSI, την ουσιαστική κλοπή των αποθεματικών των ταμείων,
- παρά τη συνεχή δέσμευση των δημοσίων εσόδων στον ειδικό λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδας για την μείωση του Δημοσίου Χρέους
- παρά την επιβολή της εισφοράς αλληλεγγύης υπέρ των ανέργων που παρακρατείται από το μισθό των εργαζομένων κάθε μήνα, αλλά δεν αποδίδεται σε αυτούς.
Ενώ η απορία «γιατί δεν εξεγείρεται ο λαός» φαντάζει τουλάχιστον αφελής, όταν καθένας από εμάς γυρίζει στο σπίτι του και λέει στον εαυτό του «βγάλαμε κι άλλη μέρα».
Ενώ οι κυβερνητικοί εταίροι αλληλοεκβιάζονται και παράλληλα βάζουν στην τσέπη τους όσα οι γερμανοί τους αφήνουν να σουφρώσουν για το σπιτάκι τους.
Ενώ οι γερμανοί έχουν τρύπιες τράπεζες, οι οποίες δεν έχουν ευρώ μέσα στα θησαυροφυλάκιά τους.
Ενώ το δικό μας Δημόσιο Χρέος ανέρχεται στα 171,8 % του ΑΕΠ, όλο και πληθαίνουν οι φωνές της Ευρώπης για την αδιέξοδη πολιτική που εφαρμόζεται στην περίπτωση της Ελλάδας και για την ασφυξία που αυτή δημιουργεί στην Εθνική Οικονομία, στερώντας της ρευστότητα απαραίτητη για την επάνοδό της σε θετική τροχιά ανάπτυξης.

Δε μιλούν προς όφελός μας, δε μιλούν για λογαριασμό μας. Έχουν αντιληφθεί ότι κάτι άλλο συμβαίνει και προσπαθούν να αναλύσουν το φαινόμενο «ψωροκώσταινα», για να σώσουν τους εαυτούς τους.

Εδώ πάλι, η δικομματική κυβέρνηση της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ με την πολύτιμη στήριξη της «υπεύθυνης» Δημοκρατικής Αριστεράς (ΔΗΜ.ΑΡ.), πιστή στις δεσμεύσεις της προς τους αλληλέγγυους εξωχώριους δανειστές, υπηρετώντας στο ακέραιο τα γερμανικά συμφέροντα κατακερματισμού της ελληνικής επικράτειας σε αυτόνομες περιφέρειες στα πλαίσια μιας ομόσπονδης γερμανικής Ευρώπης, συνεχίζει απαρέγκλιτα την ίδια αντικοινωνική – αντιαναπτυξιακή πολιτική παρά τις σαφείς πλέον αποδείξεις ότι η εφαρμοζόμενη «συνταγή» δεν αποτελεί την λύση του ελληνικού προβλήματος αλλά την αιτία του.

Είναι δυνατόν ένα φαινόμενο που αφορά περισσότερους των εννιά εκατομμυρίων ραγιάδων, να αφήνεται στη διαχείριση του κοντόφθαλμου;

Αλλά και εύλογα προκύπτει το ερώτημα: Γιατί;
Έχουμε υποστηρίξει σε προηγούμενο άρθρο ότι στόχος της Γερμανίας και της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου είναι η έξοδος της Ελλάδας από το Ευρώ και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος παράλληλα του ευρώ ώστε να ολοκληρωθεί η πλήρης εξάρτηση της Χώρας από του Γερμανία, για να εδραιωθεί η γερμανική κυριαρχία στην Ελλάδα και η πλήρης και δια παντός μετατροπή της σε γερμανικό προτεκτοράτο.
Με δεδομένο, όμως, ότι καμία ευρωπαϊκή συνθήκη δεν μπορεί να υποχρεώσει χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), την Ελλάδα εν προκειμένω, να αποχωρήσει από την Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), έπρεπε να υιοθετηθεί από τους επικυρίαρχους και να εφαρμοστεί από τις εθελόδουλες μειδοτικές κυβερνήσεις Παπανδρέου -Παπαδήμου - Σαμαρά - Κουβέλη - Βενιζέλου, μια «ρηξικέλευθη» στρατηγική ώστε να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους και να πετύχουν τον στόχο της αποχώρησης της Ελλάδας από το κοινό μας νόμισμα.

Το κλειδί για την κατανόηση της γερμανικής στόχευσης στην εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού είναι η έννοια της ρευστότητας.
Το μέσο είναι το ελληνικό δεδικασμένο, το οποίο έχει ήδη παραχθεί εν μέρει μέσω της Κύπρου.
Το όπλο είναι η συγκέντρωση κι εξαφάνιση του αποθεματικού σε χρυσό.
Τούτο όμως είναι παγκόσμιο φαινόμενο και κανείς δε μιλάει γι’ αυτό, επειδή κανείς δε θέλει να εκτελεστεί στην πλατεία.
Ο χρυσός φέρνει εν προκειμένω πιο κοντά τους κοντόφθαλμους ηγέτες των ψωροκώσταινων παγκοσμίως, επειδή τους επιφυλάσσεται κοινή τύχη, εν περιπτώσει αποκαλύψεως της πραγματικότητας.

Στα δικά μας και πάλι - και στο ειδικό φαινόμενο:
Πώς συνδέεται η ρευστότητα με τις δανειακές συμβάσεις και τα μνημόνια, τον Ειδικό Λογαριασμό στην Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας και τις Γερμανικές Επανορθώσεις;
Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, τα χρόνια της ντροπής όπως τα αποκαλούμε, το ελληνικό κράτος εισπράττει σε προσδιορισμένες από τις δανειακές συμβάσεις ημερομηνίες τις περίφημες «δόσεις», χωρίς τις οποίες θα χρεοκοπούσαμε ως Χώρα. Παρά το ότι οι «δόσεις» δεν εκταμιεύθηκαν ποτέ μέχρι σήμερα στην ώρα τους, η περίφημη ελληνική χρεοκοπία δεν χτύπησε την πόρτα της Ελλάδας, διαψεύδοντας τους κινδυνολόγους. Το ενδιαφέρον, όμως, με τις «δόσεις» δεν έγκειται στο πότε αυτές εκταμιεύθηκαν –ελάχιστες έχουν απομείνει να εκταμιευθούν ακόμη-, αλλά στο ότι ποτέ δεν διοχετεύθηκαν στην πραγματική οικονομία.
Οι δόσεις αυτές δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από μια απλή εγγραφή στο δημόσιο λογιστικό.
Δίνονται, δηλαδή, χρήματα ως αριθμός σε ένα τερματικό ενός υπολογιστή που το επόμενο δευτερόλεπτο επιστρέφονται από την ελληνική κυβέρνηση ως αποπληρωμή κάποιου χρέους –χρέος για το οποίο γνωρίζει περισσότερα κάποιος 80 χρόνων και βάλε παρά οι σύγχρονοί μας.
Πραγματικό, «ζεστό» χρήμα για να κινηθεί η οικονομία, οι «δόσεις» δεν εξασφάλισαν ούτε θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν αφού στόχος των δανειστών δεν ήταν η αντιμετώπιση της στασιμότητας στην αγορά αλλά ο περιορισμός, ο στραγγαλισμός της ρευστότητας.
Κατά την ίδια χρονική περίοδο, το ελληνικό κράτος έχει αναλάβει να εξυπηρετεί τα δάνεια που έχει λάβει, τα οποία και αποπληρώνει σε ομόλογα που λήγουν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Κίνδυνος χρεοκοπίας της Χώρας υπάρχει στην περίπτωση που ένα τέτοιο ομόλογο λήξει και το ελληνικό κράτος δεν είναι σε θέση να το αποπληρώσει ή επιλέξει να μην το αποπληρώσει.
Ο κίνδυνος αυτός παραμένει θεωρητικός καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τη λήξη τού ομολόγου και γίνεται πραγματικός μόνο κατά την λήξη του, αν φυσικά δεν εξοφληθεί. Ως εκ τούτου η Χώρα δεν μπορεί να χρεοκοπήσει παρά μόνο όταν φτάσει το πλήρωμα του χρόνου και λήξει ένα ομόλογο χωρίς να το εξοφλήσει. Συνεπώς, όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις δανεισμού, η ύπαρξη ομολόγων για την αποπληρωμή του χρέους από μόνη της δεν αποτελεί εμπόδιο οικονομικής ανάκαμψης καθώς δεν αποτελούν εμπόδιο στην ρευστότητα της οικονομίας, η οποία τροφοδοτείται από τα δημόσια έσοδα, τις επενδύσεις και τα δάνεια (στην περίπτωσή μας βλέπε: «δόσεις»).
Τα τέσσερα τελευταία χρόνια των δανειακών συμβάσεων και των μνημονίων λειτουργεί στην κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας Ειδικός Λογαριασμός (Ειδικός Λογαριασμός 1 & 2) για την αποπληρωμή του Δημοσίου Χρέους, τον οποίο δεν ελέγχει η Ελληνική Κυβέρνηση αλλά οι δανειστές.
Στον λογαριασμό αυτόν δεσμεύονται υπέρ των δανειστών τα αυξημένα λόγω φόρων, χαρατσιών και κατασχέσεων έσοδα του Ελληνικού Κράτους. Τα έσοδα αυτά η Ελληνική Κυβέρνηση όφειλε να τα διαχειρίζεται υπέρ της ενίσχυσης της Εθνικής Οικονομίας αφού θα εξασφάλιζαν την απαραίτητη ρευστότητα στην αγορά, ρευστότητα που θα καταπολεμούσε την ανεργία ενισχύοντας την απασχόληση, θα τόνωνε τις επενδύσεις, θα ενίσχυε την επιχειρηματική δράση και την κατανάλωση.
Τα έσοδα αυτά ήταν και είναι ικανά να τροφοδοτήσουν τις μηχανές της οικονομίας ώστε να επιτευχθεί η περιβόητη ανάπτυξη. Αντί για αυτό, όμως, δεσμεύονται υπέρ των δανειστών χωρίς μάλιστα να μειώνουν το ποσό του εκάστοτε ομολόγου χρέους που καλούμαστε να αποπληρώσουμε, στερώντας την Ελληνική Οικονομία από ζωτικής σημασίας ρευστότητα.
Γίνεται φανερό ότι με την πολιτική που ακολουθείται από την κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου κατ’ εντολή της Γερμανίας, στραγγαλίζεται η ρευστότητα. Αυτός είναι όμως και ο απώτερος στόχος της γερμανικής πολιτικής αφού χωρίς ρευστότητα στην αγορά καμία πιθανότητα ανάπτυξης δεν μπορεί να υπάρξει εντός του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, εντός ευρώ. Φαντάζει έτσι ως μονόδρομος, ως η μόνη λύση, η εθελούσια (που μόνο εθελούσια δεν είναι)  έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος για την εκκίνηση της οικονομίας της και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. Αυτή τη λύση έχουν επιλέξει οι Γερμανοί, αυτή την λύση υπηρετούν οι ασκούμενες πολιτικές.   
Δεν θα αργήσει να έρθει η μέρα που η Κυβέρνηση θα επιλέξει να ανοίξει τη συζήτηση για την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος ως μέσο εξόδου από την κρίση ταυτόχρονα με την αποδοχή του ευρώ ως παράλληλο νόμισμα, όντας μέλη της μεγάλης Ευρωπαϊκής οικογένειας.
Μετά από όλα αυτά, θα αναρωτιέστε τι σχέση μπορεί να έχει με τα προηγούμενα η αναφορά μας στο κατοχικό δάνειο. Ας δούμε λοιπόν.
Στις αρχές Δεκεμβρίου 2013, από το βήμα του Εθνικού Κοινοβουλίου, στην συζήτηση για την επικύρωση του Κρατικού Προϋπολογισμού, ο Πρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως κος Αλέξης Τσίπρας, δήλωσε ότι η κυβέρνηση που θα σχηματιστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ, θα εγγράψει στον επόμενο Κρατικό Προϋπολογισμό το γερμανικό κατοχικό δάνειο.
Η δήλωσή του αυτή μαρτυρά την σημασία που δίνει το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ στην διεκδίκηση των γερμανικών επανορθώσεων καθώς και τον ζωτικό τους ρόλο στην ανάκαμψη της Ελληνικής οικονομίας. Ποια είναι, όμως, η πραγματική σημασία της δήλωσής του αφού ακόμη και η εγγραφή τους στον κρατικό προϋπολογισμό, δεν σημαίνει αυτόματη είσπραξή τους; 
Η εγγραφή τους είναι το πρώτο βήμα για την είσπραξή τους. Το βήμα που στη συνέχεια απαιτείται είναι η τιτλοποίηση τους, η έκδοση ομολόγου με το ποσό που αντιστοιχεί στο ύψος των κατοχικών επανορθώσεων. Με τον τρόπο αυτό και σε συνδυασμό με την κατάργηση του Ειδικού Λογαριασμού στην Κεντρική Τράπεζα της Ελλάδας, η Ελλάδα ως κυρίαρχο κράτος θα εξασφαλίσει την απαραίτητη ρευστότητα για να εκκινήσει την οικονομία της αντιμετωπίζοντας τον στραγγαλισμό που υφίσταται.
Στο ενδεχόμενο αυτό αποτελεί άξια απορίας η στάση που θα τηρήσουν οι «αγορές» αφού με την προτεινόμενη τακτική δεν θα κινδυνεύσουν τα ομόλογα χρέους που θα κληθεί να αποπληρώσει η Χώρα στις προκαθορισμένες ημερομηνίες. Είναι μάλλον πιθανό να αναπτερωθούν οι ελπίδες των επενδυτών για είσπραξη των δανείων τους, από τη στιγμή που η τιτλοποίηση του κατοχικού δανείου θα τονώσει την οικονομία και θα οδηγήσει στην ανάπτυξη.
Παράλληλα θα κερδηθεί ο χρόνος που απαιτείται για τη διενέργεια διεθνούς λογιστικού ελέγχου για το πραγματικό ύψος του Ελληνικού Χρέους χωρίς να κινδυνεύει με κατάρρευση η Εθνική Οικονομία αφού θα είναι σε θέση να λειτουργεί χωρίς έξωθεν παρεμβάσεις, χωρίς αλληλέγγυους εκβιασμούς.
Στην ιστορική αυτή συγκυρία, προβάλλει επιτακτική η ανάγκη τα κόμματα της αντιπολίτευσης που ασκούν κριτική στις ασκούμενες πολιτικές που πηγάζουν από τις νομικά έωλες δανειακές συμβάσεις και εργάζονται στην κατεύθυνση της ανατροπής τους και όχι σε αυτήν της αλλαγής των όρων εφαρμογής τους, να δημιουργήσουν κοινό μέτωπο αντίστασης και αγώνα για την αλλαγή σελίδας.
Μόνο έτσι θα έχουν τον Λαό στο πλάι τους για να ανταποκριθούν στον ιστορικό ρόλο που θα τους ανατεθεί.

Δεν ξεχνώ. Δεν συγχωρώ. Δεν σιωπώ.



Μελών του ΣΥΡΙΖΑ Πρέβεζας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...